Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για τα τιμολόγια της ΔΕΗ


Ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για τα τιμολόγια της ΔΕΗ

Η προσαρμογή των τιμολογίων της ΔΕΗ πρέπει να λάβει υπόψη τα βάρη που σηκώνει η κοινωνία. Το κοινωνικό οικιακό τιμολόγιο πρέπει να επεκταθεί προκειμένου να συμπεριλάβει όλους τους ανέργους, ανεξαρτήτως του χρόνου ανεργίας και ιδιαίτερα τις οικογένειες που δεν έχουν εργαζόμενο μέλος. Το νυκτερινό τιμολόγιο πρέπει να επεκταθεί  σε όλους χωρίς περιορισμούς. Η ορθολογική κατανάλωση που συνεπάγεται μειωμένη κατανάλωση πρέπει να υποστηρίζεται με μειωμένο τιμολόγιο.

Ταυτόχρονα για να υποστηριχθούν οι προαναφερόμενες ελαφρύνσεις θα πρέπει να τιμολογείται με αυξημένη τιμή  η υψηλή  κατανάλωση μεγάλων κατοικιών  και να καταργηθεί η ευνοϊκή τιμή των χαμηλών καταναλώσεων για τις εξοχικές ή δεύτερες κατοικίες.

Ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για τις εξελίξεις με τη λίστα Λαγκάρντ

Ανακοίνωση της ΔΗΜΑΡ για τις εξελίξεις με τη λίστα Λαγκάρντ

Η πολιτική πρωτοβουλία της Bουλής για τη διερεύνηση των ποινικών και πολιτικών ευθυνών, οι οποίες προκύπτουν από σαφείς ενδείξεις, όπως αποτυπώνονται στο φάκελο που διαβιβάστηκε από τον Άρειο Πάγο, πρέπει να στοχεύει στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και στον καταλογισμό ευθυνών για κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο.

Η ΔΗΜΑΡ, η οποία πρώτη ανέδειξε τη σημασία της υπόθεσης της λίστας Λαγκάρντ, και χθες δια του προέδρου της ανέλαβε την πρωτοβουλία μέσω της πρότασης για τη σύσταση προκαταρκτικής επιτροπής, θα πρωτοστατήσει στην πλήρη αξιοποίηση, τόσο αυτής της λίστας, όσο και όλων των άλλων που υπάρχουν για τη φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό, ώστε να αποκατασταθεί το δημόσιο συμφέρον.

Η κοινωνία που δοκιμάζεται απαιτεί και τη διαλεύκανση της υπόθεσης με την απόδοση ευθυνών, αλλά και την αντιμετώπιση της εκτεταμένης φοροδιαφυγής.

Οι ευρωπαϊστές δεν είναι όλοι ίδιοι Γεράσιμος Γεωργάτος


Οι ευρωπαϊστές δεν είναι όλοι ίδιοι

Γεράσιμος Γεωργάτος, 29/12/2012


Πρόσθεσε στο FacebookΠρόσθεσε στο DeliciousΠρόσθεσε στο NewsvineΠρόσθεσε στο Twitter
Ένα από τα πολιτικά σενάρια που είδαν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, αφορούσε στο σχηματισμό μιας μεγάλης «ευρωπαϊκής παράταξης», σε αντιπαράθεση με το «λόμπι της δραχμής», δηλαδή μιας παράταξης αποτελούμενης κυρίως από δυνάμεις που αντιτίθενται στον ΣΥΡΙΖΑ, το ΚΚΕ, τη Χρυσή Αυγή και τους ΑΝ.ΕΛΛ, αν και οι τελευταίοι φρόντισαν να διαλυθούν νωρίς.
Το συγκεκριμένο σενάριο θέτει αμέσως τρία ερωτήματα:
Πρώτο: Σε μια τέτοια υποτιθέμενη σύμπραξη, αναιρείται ή όχι η διαχωριστική γραμμή Δεξιάς/Αριστεράς, η οποία δεν έχει πάψει να ισχύει ακόμα και στο πλαίσιο της συγκυβέρνησης;
Δεύτερο: Ανήκει ο ΣΥΡΙΖΑ εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά στο λόμπι της δραχμής; Χρειάζεται τουλάχιστον συζήτηση.
Τρίτο: Αρκεί η διαχωριστική γραμμή «παραμονή στο ευρώ και την ευρωζώνη, ή έξοδος από την Ευρώπη και το ευρώ» για να θεμελιωθεί η διάκριση και η σύγκλιση των αντίστοιχων δυνάμεων;
Μάλλον όχι.
Η επιλογή παραμονής της χώρας στην ευρωζώνη, δεν συνεπάγεται αυτονόητα και συναντίληψη του συνόλου των δυνάμεων του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, της πολιτικής οικολογίας και εν γένει της κεντροαριστεράς, για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις και το επιδιωκόμενο ευρωπαϊκό μοντέλο. Και επ’ αυτού χρειάζεται ακόμα περισσότερη συζήτηση, που χρήσιμο είναι να την ανοίξουμε, εν όψει και των ευρωεκλογών, το 2014.
Η προώθηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι ζωτικής σημασίας για κάθε έθνος-κράτος που συμμετέχει σ’ αυτήν, εφόσον θέλει να διασωθεί και να συνεχίσει να υπάρχει ως αναπτυγμένη κοινωνία σε έναν όλο και πιο παγκοσμιοποιούμενο και μεταβαλλόμενο κόσμο. Το παγκόσμιο σύστημα μεταβάλλεται, οι ισορροπίες και οι σχέσεις αναδιατάσσονται και δεν είναι μακριά ο καιρός που, αν η Ευρώπη συνεχίσει να πορεύεται όπως σήμερα, στους G8 δεν θα συμπεριλαμβάνεται καμιά ευρωπαϊκή χώρα, μηδέ της Γερμανίας εξαιρουμένης. Μόνο μεγάλες ενοποιημένες πολιτικά οντότητες, όπως θα μπορούσε να είναι η Ε.Ε, θα έχουν τη δυνατότητα να διαπραγματευθούν με αντίστοιχα μεγέθη, όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ινδία, η Βραζιλία, η Ρωσία, ο Καναδάς και η Αυστραλία.
Επ’ αυτού, δύο είναι τα υπαρκτά σχέδια και οι κατατεθειμένες προτάσεις, οι οποίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπερβαίνουν την κλασική διαχωριστική γραμμή Δεξιά/Αριστερά και χαράσσουν μιαν άλλη, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, μεταξύ συντηρητικού και προοδευτικού ευρωπαϊσμού.
Ο συντηρητικός ευρωπαϊσμός εμμένει στο διακυβερνητικό μοντέλο της διακρατικής συνεργασίας του οποίου η ανεπάρκεια φάνηκε ήδη από τη Συνθήκη της Νίκαιας, το 2000. Προκρίνει μια Ευρώπη των εθνών-κρατών, αντιστέκεται στην αναγκαία μεταβίβαση εθνικής κυριαρχίας σε υπερεθνικά κοινοτικά όργανα, αντιλαμβανόμενος την Ε.Ε ως διεθνή και όχι ως υπερεθνικό οργανισμό. Συντηρεί έτσι το δημοκρατικό έλλειμμα με την ενίσχυση θεσμικών οργάνων, που αποφασίζουν χωρίς να εκλέγονται και συνεπώς να ελέγχονται δημοκρατικά, με κίνδυνο να οδηγήσουν την Ένωση σε μια «τεχνοκρατική δικτατορία», ευνοώντας έτσι τον ευρωσκεπτικισμό και τις φυγόκεντρες τάσεις, όπως φάνηκε τώρα, την περίοδο της κρίσης. Στο διακυβερνητικό μοντέλο εμμένουν ωστόσο δυνάμεις τόσο της Δεξιάς, όσο και της Αριστεράς, που δεν έχουν απαλλαγεί από το σύνδρομο του εθνοκρατισμού. Επί παραδείγματι, στη χώρα μας, η εντός και εκτός ΝΔ λαϊκή δεξιά και το πατριωτικό ΠΑΣΟΚ.
Ο προοδευτικός ευρωπαϊσμός προκρίνει το ομοσπονδιακό μοντέλο, δηλαδή μια Ευρώπη των πολιτών, όπου τα έθνη κράτη μεταβιβάζουν μεγάλο μέρος της εθνικής τους κυριαρχίας προκειμένου να συνεχίσουν να υπάρχουν ως αναπτυγμένα στο σύγχρονο κόσμο. Κατανοώντας ότι το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πρωτίστως πολιτικό, προτάσσεται έναντι του οικονομικού.
Η συμμετοχή, ο έλεγχος και το ενδιαφέρον των πολιτών, είναι ζωτικής σημασίας, συνεπώς η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να μετεξελιχθεί σε εκλεγμένη Ευρωπαϊκή Κυβέρνηση, οι Επίτροποι σε Υπουργούς, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να αποκτήσει το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, ενώ το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, δηλαδή οι Σύνοδοι Κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, δεν θα έχουν ρόλο σε ένα μη διακυβερνητικό μοντέλο.
Επιπλέον και πολύ σημαντικό, η Ένωση θα εκπροσωπείται με μία ενιαία και ισχυρή φωνή στους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους συμμετέχει. Ο δε Πρόεδρος της Ε.Ε θα πρέπει να εκλέγεται, ανάλογα με την πλειοψηφία, από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ή με καθολική ευρωπαϊκή ψηφοφορία, οι δε ευρωεκλογές να διεξάγονται με διεθνικές λίστες ευρωπαϊκών κομμάτων, με συγκεκριμένα και αντιπαρατιθέμενα προγράμματα, ώστε να μην αποτελούν επανάληψη της εγχώριας κλοτσοπατινάδας.
Έτσι αποφεύγεται και ο κίνδυνος της «τεχνοκρατικής δικτατορίας» αφού ο κοινός προϋπολογισμός, η κοινή φορολογία, η κοινή αντιμετώπιση του χρέους, οι μηχανισμοί στήριξης, κ.λπ., τίθενται υπό δημοκρατικό έλεγχο, ως στοιχεία μιας κοινής ομοσπονδιακής πολιτικής και όχι ως μέσο άσκησης εξουσίας των ισχυρότερων επί των πιο αδύναμων κρατών, όπως συμβαίνει σήμερα.
Το ομοσπονδιακό μοντέλο προκρίνεται και αυτό τόσο από δυνάμεις της Δεξιάς, όσο και της Αριστεράς, που δεν διακατέχονται όμως από τα συντηρητικά αντανακλαστικά του εθνοκρατισμού και έχουν αντιληφθεί τα σύγχρονα και παγκόσμια διακυβεύματα. Επί παραδείγματι, στη χώρα μας, η εντός και εκτός ΝΔ φιλελεύθερη κεντροδεξιά και το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ.
Το γεγονός ότι ο σοσιαλιστής Ολάντ παραμένει υπέρμαχος του διακρατικού μοντέλου, σύμφωνα με τη γαλλική γκωλική παράδοση, ενώ ο συντηρητικός Σόιμπλε προκρίνει το ομοσπονδιακό μοντέλο διευκολυνόμενος από τη γερμανική παράδοση, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της υπέρβασης των κλασικών διαχωριστικών γραμμών, όταν πρόκειται για την ευρωπαϊκή κλίμακα.
Συνεπώς και στη χώρα μας, οποιαδήποτε σύγκλιση και συμπόρευση πολιτικών δυνάμεων στη βάση του ευρωπαϊσμού, δεν μπορεί να αποφύγει τη συζήτηση με το συγκεκριμένο ερώτημα: «Με τον διακρατικό ή με τον ομοσπονδιακό ευρωπαϊσμό;» Η ΔΗΜ.ΑΡ., με βάση τα συνεδριακά της κείμενα, έχει ήδη τοποθετηθεί. Φυσικά, υπέρ του ομοσπονδιακού μοντέλου.
Οι περισσότερες από τις παραπάνω σκέψεις δεν διεκδικούν κάποια πρωτοτυπία. Καταγράφονται ή απορρέουν από το εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο των Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και Γκυ Φερχόφσταντ, «Ξύπνα Ευρώπη», που κυκλοφόρησε ταυτόχρονα σε 14 ευρωπαϊκές χώρες και εδώ από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Ένα μανιφέστο όχι απλώς για την Ευρώπη που θα θέλαμε, αλλά για την Ευρώπη που έχει καταστεί αναγκαία, όπως τονίζουν και οι ίδιοι.
*Ο Γεράσιμος Γεωργάτος είναι μέλος της Ε.Ε της ΔΗΜ.ΑΡ, υπεύθυνος για την ευρωπαϊκή και εξωτερική πολιτική.

Μεταμνημονιακή εποχή Γιάννης Βούλγαρης


Μεταμνημονιακή εποχή

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 29/12/2012


Πρόσθεσε στο FacebookΠρόσθεσε στο DeliciousΠρόσθεσε στο NewsvineΠρόσθεσε στο Twitter
Η χώρα οδεύει στη μεταμνημονιακή εποχή. Ο δημόσιος λόγος όλο και λιγότερο θα περιορίζεται στο μοτίβο «Μνημόνιο - Αντιμνημόνιο» που κυριάρχησε τα τελευταία δύο χρόνια. Η εθνική πολιτική ατζέντα θα γίνεται πιο σύνθετη. Εξηγούμαστε. Η Ελλάδα θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό αυστηρή επιτήρηση προκειμένου να εκπληρώνει τις μνημονιακές της υποχρεώσεις, αλλά το σκηνικό θα αλλάζει επιταχυνόμενα και ουσιωδώς. Η ελληνική αβεβαιότητα μπορεί πλέον να επανέλθει μόνο από εσωτερικό πολιτικό «ατύχημα», όπως π.χ. απρόβλεπτες εξελίξεις τύπου λίστα Λαγκάρντ. Ή από την παράταση του σημερινού επιπέδου ύφεσης και το 2013, γεγονός που θα καταστήσει ακυβέρνητη τη χώρα. Οι ειδικοί δίνουν λίγες πιθανότητες σε τέτοιο σενάριο. Αντιθέτως, μια μικρή έστω μείωση της κοινωνικής έντασης μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο νέας πολιτικής αστάθειας και να ανακόψει τον υφεσιακό κατήφορο. Σε αυτή την περίπτωση η ψυχολογία της κοινωνίας στο προσεχές μέλλον θα είναι μια διελκυστίνδα μεταξύ της αγωνίας των πιο αδύναμων στρωμάτων να τα βγάλουν πέρα, ιδίως το πρώτο εξάμηνο του 2013, και της τρεμάμενης αισιοδοξίας που θα προκαλούν η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και η αργή αναθέρμανση της οικονομίας. Τα μεσαία στρώματα, ή ό,τι τούτο σημαίνει μετά τις μειώσεις των εισοδημάτων και το πάγωμα της αγοράς κατοικίας, θα διαμορφώσουν το κλίμα στην αρχή της νέας φάσης.

Το ποιοτικό σημείο στροφής είναι η απόφαση της ΕΕ να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ. Μεταφέρει την ευθύνη για την τύχη μας στα χέρια μας. Λογικά αυτό θα τροποποιήσει την εθνική πολιτική ατζέντα και το περιεχόμενο της κομματικής αντιπαράθεσης. Το σύνθημα «θα ακυρώσω το Μνημόνιο αλλά θα παραμείνω στο ευρώ» χάνει κάθε περιεχόμενο. Ο «αντιστασιακός» λόγος του Αντιμνημονίου έρχεται υποχρεωτικά αντιμέτωπος με το ερώτημα «τι προτείνετε;». Είναι μια ουσιώδης αλλαγή. Στη δίνη των δύο τελευταίων χρόνων, το «φάρμακο» έκανε να ξεχάσουμε την «ασθένεια» παρότι δεν την είχε θεραπεύσει. Το σοκ του Μνημονίου απώθησε τη χρεοκοπία που είχε προηγηθεί. Τώρα που σταθεροποιήθηκε σε ό,τι μας αφορά το ευρωπαϊκό πλαίσιο, έρχονται ξανά στην επιφάνεια οι εθνικές αιτίες της χρεοκοπίας. Τώρα ξέρουμε ότι η διέξοδος από την κρίση δεν γίνεται με μονομερείς «ταρζανιές» ούτε με καταστροφικές φυγές στη δραχμή, αλλά στο πλαίσιο της Ευρώπης, με τους κανόνες της Ευρώπης και την προσπάθεια βελτίωσης των συσχετισμών εντός αυτής. Εξίσου όμως καταλαβαίνουμε τώρα ότι η ανασυγκρότηση της χώρας είναι δικό μας πρόβλημα. Τρεις είναι οι προφανείς μεταρρυθμίσεις που η κοινωνία απαιτεί και θα ήταν πρόθυμη να στηρίξει. Αναδόμηση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης. Ριζική καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς στον φοροεισπρακτικό μηχανισμό. Αναπροσαρμογή του κράτους πρόνοιας ώστε να ανταποκριθεί στις νέες καταστάσεις ανισότητας και κοινωνικού αποκλεισμού που προκάλεσε η χρεοκοπία.

Είναι σαφές ότι η χώρα θα χρειαστεί χρόνο ώστε να επουλώσει το πολιτικό και ηθικό πλήγμα που έχει υποστεί στη διεθνή και στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Οι τελευταίες εξελίξεις όμως επανεντάσσουν βαθμιαία την Ελλάδα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι με όρους κράτους-μέλους και όχι προτεκτοράτου. Οταν αυτό αρχίσει να φαίνεται, θα σημειωθεί μια ουσιώδης συμβολική αλλαγή. Ταυτόχρονα, είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα επιστρέφει σε μια ευρωζώνη που μετασχηματίζεται σε ορισμένη κατεύθυνση. Οι εθνικές δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές θα θεωρούνται αντικείμενα κοινού ευρωπαϊκού συμφέροντος, άρα θα υπόκεινται σε αντίστοιχες εποπτείες, ελέγχους, εγγυήσεις και ενισχύσεις. Ο χαρακτήρας της κοινής «οικονομικής διακυβέρνησης» θα είναι το μείζον διακύβευμα της ΕΕ. Οποιο όμως περιεχόμενο και αν λάβει, η Ελλάδα στη μεταμνημονιακή εποχή θα ανακτά μεν την αξιοπρέπειά της ως κράτος-μέλος, αλλά η άσκηση της εθνικής πολιτικής θα είναι ουσιαστικά ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Στο προσεχές μέλλον οι ελληνικές κυβερνήσεις θα μπορούν να κάνουν την Ελλάδα «Κούγκι», αν το επιλέξουν, ή να τη μεταφέρουν στη Λατινική Αμερική, αλλά δεν θα μπορούν να τη χρεοκοπήσουν στα «μουλωχτά», όπως έγινε το 2008-2010.

Η βασική αλλαγή που αχνοφαίνεται και αρχίζει να καταγράφεται στις δημοσκοπήσεις αφορά την αντίληψη των πολιτών για την κρίση. Αλλωστε, οι αντιλήψεις της κοινής γνώμης πέρασαν διάφορα στάδια. Αρχικά η πλειονότητα θεώρησε το Μνημόνιο αναγκαίο κακό και φάρμακο για τις παθογένειες που είχαν αναφανεί με τρόπο κραυγαλέο και εθνικά ατιμωτικό. Ολο το 2010 το ΠΑΣΟΚ διατήρησε την υπεροχή του. Η κατάσταση άλλαξε άρδην το 2011, όταν φάνηκε ότι οι περικοπές των εισοδημάτων δεν βελτίωναν την κατάσταση αλλά βάθαιναν την ύφεση. Σε μια κοινωνία που έχανε εισοδήματα, δουλειά και ελπίδα ήταν ψιλά γράμματα αν αυτό οφειλόταν στις περικοπές του Μνημονίου, στην αποφυγή των μεταρρυθμίσεων, στην έλλειψη ρευστότητας ή στη γενική αβεβαιότητα για το μέλλον της χώρας. Ο αντιμνημονιακός λόγος κυριάρχησε, ενώνοντας την οικονομικοκοινωνική απόγνωση με την οργή κατά των «πολιτικών». Η κοινή γνώμη υιοθέτησε κάθε σύνθημα που νομιμοποιούσε τα συναισθήματά της. Αποδέχτηκε εύκολες ερμηνείες με μακρά παράδοση στην ελληνική κοινωνία: «Φταίνε οι πάνω», «φταίει η ξενόδουλη ελίτ», και οπωσδήποτε «φταίνε οι ξένοι» είτε γιατί η κρίση είναι του καπιταλισμού και η Ελλάδα απλώς την υφίσταται είτε γιατί μας ψεκάζουν για να μας «πάρουν τα πετρέλαια». Σε ποιο βαθμό τα πίστεψαν; Σε ποιο βαθμό έχουν γίνει εδραίες αντιλήψεις; Το ερώτημα θα απαντηθεί όσο περνάμε στη μεταμνημονιακή εποχή. Και ίσως έχει έναν τέτοιο κρυφό συμβολισμό «τέλους εποχής» η κρίση των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Καμμένου που στη δίνη της αντιμνημονιακής οργής αποτέλεσε το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ενός «παραληρηματικού πολιτικού λόγου και μιας παρανοϊκής θέασης του κόσμου», όπως θα έλεγε ο Ταγκιέφ. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα είναι έκπληξη αν δούμε ότι κατά βάθος οι πολίτες, ακόμη και στην κορύφωση της κρίσης, είχαν πιο ισορροπημένες αντιλήψεις από τις δημαγωγικές κορόνες των πολιτικών. Οπως άλλωστε πιο ορθολογικές και αξιοπρεπείς υπήρξαν και οι συμπεριφορές του μέσου πολίτη. Ούτε θα εκπλαγούμε αν εκδηλωθεί ένα πιεσμένο ώς τώρα μεταρρυθμιστικό δυναμικό, ένα αίσθημα αλληλεγγύης και ένα αίτημα ηθικότητας της δημόσιας ζωής, όπως συχνά συμβαίνει έπειτα από πολέμους και καταστροφές.

Το σίγουρο είναι ότι οδεύοντας στη μεταμνημονιακή εποχή η κοινωνία αναζητεί καινούργιες πολιτικές δυνάμεις για να απευθύνει αυτά της τα αιτήματα.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου
πηγή:μετερρύθμιση.gr

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

για τις μονογονεϊκές οικογένειες


Συζήτηση της Επίκαιρης Ερώτησης του βουλευτή επικρατείας της ΔΗΜΑΡ, Σπύρου Λυκούδη για τις μονογονεϊκές οικογένειες

Η στήριξη των μονογονεϊκών οικογενειών συζητήθηκε στη Βουλή την Παρασκευή (21.12.2012), στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε η Επίκαιρη Ερώτηση του βουλευτή Επικρατείας της Δημοκρατικής Αριστεράς Σπύρος Λυκούδης. 
Στο κείμενο της Ερώτησης του ο βουλευτής της ΔΗΜΑΡ τονίζει την ανάγκη στήριξης των μονογονεϊκών οικογενειών σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «τα μονογονεϊκά νοικοκυριά με ένα τουλάχιστον εξαρτώμενο παιδί κατατάσσονται μεταξύ του πληθυσμού που απειλείται από τη φτώχεια σε ποσοστό 43,2%», σύμφωνα με την πρόσφατη έρευνα «Συνθήκες Διαβίωσης στην Ελλάδα» ( κεφ. 3 Φτώχεια – Ανισότητα) ΕΛΣΤΑΤ 2.11.2012. 

Κατά τη συζήτηση της Επίκαιρης Ερώτησης ο Σπύρος Λυκούδης ζήτησε να προταχθεί η στήριξη αυτής της ευάλωτης ομάδας κατ΄απόλυτη πολιτική προτεραιότητα, σημειώνοντας ότι «είναι συχνές οι διαμαρτυρίες και κινητοποιήσεις για την προάσπιση κεκτημένων προνομίων και τη διασφάλιση εξαιρέσεων, ενώ η μόνη εξαίρεση που απολάμβαναν και απολαμβάνουν οι μονογονεϊκές οικογένειες είναι η εξαίρεσή τους από τη φροντίδα της Πολιτείας». Κατέληξε δε τονίζοντας ότι «η ελληνική Πολιτεία και τους χρωστά και τους οφείλει φροντίδα και σεβασμό». 
Είναι ενδεικτικό ότι το ποσοστό των απειλούμενων από τη φτώχεια μονογονεϊκών οικογενειών παραμένει σταθερά υψηλότατο πολλά χρόνια τώρα, και προ κρίσης, και βαίνει διαρκώς αυξανόμενο. «Από 34,3% το 2003 σκαρφάλωσε στο 43,2 το 2011» σημείωσε ο Σπύρος Λυκούδης. Από την άλλη μεριά η διακύμανση του ποσοστού των πολυτέκνων που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο της φτώχειας, στην ίδια έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, αποδεικνύει τη μέριμνα που ορθώς η πολιτεία παρέχει στους πολυτέκνους - οι οικογένειες με 2 ενήλικες και 3 τουλάχιστον παιδιά κινδύνευαν από φτώχεια το 2003 κατά ποσοστό 34%, ποσοστό συνεχώς μειούμενο ως το 2011, οπότε έπεσε στο 20,8%. 
Ο βουλευτής της ΔΗΜΑΡ συμφώνησε «με τους λόγους στήριξης των πολυτέκνων και πριν απ΄ όλα τα δημογραφικό» και αναρωτήθηκε «γιατί δεν στηρίζουμε εξίσου και τις μονογονεϊκές οικογένειες στο πλαίσιο του οικογενειακού δικαίου και της αντιμετώπισης του δημογραφικού». Τέλος ο Σπύρος Λυκούδης ζήτησε ολοκληρωμένη κοινωνική πολιτική στήριξης και επιδοτούμενα προγράμματα απασχόλησης των μονογονέων καθώς και πρόταξη των παιδιών τους στους δημόσιους παιδικούς σταθμούς. 
Από την πλευρά του ο υφυπουργός Εργασίας Νίκος Παναγιωτόπουλος, σημείωσε την απουσία στοχευμένης κοινωνικής πολιτικής για τις μονογονεϊκές οικογένειες, τόνισε την ανάγκη εθνικού σχεδιασμού, μιας «ενιαίας, ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής που θα στοχεύει στους ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη» και συμφώνησε με την πρόταξη των παιδιών στους βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς. 
Εδώ το βίντεο της συζήτησης που διεξήχθη μεταξύ του βουλευτή Σπύρου Λυκούδη και του Υφυπουργού Νίκου Παναγιωτόπουλου κι εδώ το πλήρες κείμενο της Επίκαιρης Ερώτησης 

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Μπραζίλ Του Παύλου Τσίμα


Πώς ο αριστερός Λούλα υπέγραψε ότι θα τηρήσει τη συμφωνία με το ΔΝΤ, κέρδισε τις εκλογές και άλλαξε την πορεία της χώρας του

Μπραζίλ

Του Παύλου Τσίμα

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Διδακτική ιστορία, από μια πολύ μακρινή χώρα, στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν: Βραζιλία, καλοκαίρι του 2002.
Η χώρα βάδιζε προς εκλογές, τον Οκτώβριο, και οι δημοσκοπήσεις προεξοφλούσαν τον νικητή τους. Ο επόμενος πρόεδρος της Βραζιλίας θα ήταν ο Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο ηγέτης της Αριστεράς. Ο Λούλα είχε διεκδικήσει άλλες τρεις φορές το αξίωμα, δίχως επιτυχία. Αλλά το 2002 είχε έρθει η ώρα της βραζιλιάνικης Αριστεράς.
Ηταν επίσης η ώρα της χειρότερης κρίσης για τη βραζιλιάνικη οικονομία. Μετά τη «χαμένη δεκαετία» της Λατινικής Αμερικής, στα χρόνια του '80, και άλλα δέκα χρόνια ανεπιτυχούς μάχης με τον πληθωρισμό και τις υποτιμήσεις του νομίσματος, έπειτα από μια σειρά αποτυχημένων προγραμμάτων σταθεροποίησης του ΔΝΤ (το πιο πρόσφατο, του 2001, είχε μόλις διαπιστωθεί ότι εκτροχιάστηκε), η χώρα δεν βούλιαζε μόνο στη χρόνια ανεργία και τη φτώχεια, αλλά δεχόταν και μια πρωτοφανή επίθεση των αγορών. Χτυπημένη από τις συνέπειες της χρεοκοπίας της Αργεντινής, με συσσωρευμένα οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα, η Βραζιλία είδε το χρέος της να μεγαλώνει επικίνδυνα και τα σπρεντ της να εκτοξεύονται στις 2.500 μονάδες. Και ταυτόχρονα, τις τραπεζικές καταθέσεις να κάνουν φτερά, με τις αγορές να προεξοφλούν φυγή κεφαλαίων, κεφαλαιακό σαμποτάζ και οικονομική καταστροφή, λόγω της επικείμενης νίκης της Αριστεράς.
Εκείνο το προεκλογικό καλοκαίρι η Βραζιλία άγγιξε τη χρεοκοπία. Και η κυβέρνησή της, η απερχόμενη φιλελεύθερη κυβέρνηση Καρντόσο, χτύπησε ξανά την πόρτα του ΔΝΤ για άλλο ένα πρόγραμμα έκτακτης ανάγκης. Μόνο που αυτό το πρόγραμμα όλοι ήξεραν ότι άλλος θα το διαπραγματευθεί και άλλος θα το εφαρμόσει.

Το πρόγραμμα καταρτίστηκε και ο Τίμοθι Γκάιτνερ, κατοπινός υπουργός του Ομπάμα, στέλεχος τότε του Ταμείου, πίεσε ώστε να είναι εντυπωσιακά μεγάλο, ώστε «να πείσει τις αγορές» - 30 δισ. δολάρια, το μεγαλύτερο ποσό που είχε ώς τότε εκταμιεύσει ποτέ το Ταμείο. Εμενε ένα αγκάθι: πριν το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΝΤ εγκρίνει το πρόγραμμα, έπρεπε να δεσμευτούν στην τήρησή του όλοι οι υποψήφιοι στις προεδρικές εκλογές, συμπεριλαμβανομένου του Λούλα. Ο οποίος Λούλα, προκαλώντας την ιερή οργή των αριστερών συνιστωσών του Κόμματος Εργαζομένων, είχε, από την αρχή του καλοκαιριού, φιλοτεχνήσει μια στροφή προς τον πραγματισμό, με το περίφημο «γράμμα προς τους Βραζιλιάνους». Και είχε επιπλέον αρχίσει επαφές με τους ανθρώπους του Ταμείου.
Κοντολογίς, ο υποψήφιος της Αριστεράς όχι μόνο κέρδισε τις εκλογές έχοντας δεσμευτεί προεκλογικά να τηρήσει το «μνημόνιο», αλλά το τήρησε κιόλας.
Το πρόγραμμα του 2002 ήταν το πρώτο, ανάμεσα σε πάμπολλα, προγράμματα του ΔΝΤ για τη Βραζιλία (κι ίσως το πρώτο σε όλη τη Λατινική Αμερική) που θεωρήθηκε ότι εφαρμόστηκε επιτυχώς, και ώς σήμερα ο κακόφημος οργανισμός το διαφημίζει ως μια αδιαμφισβήτητη (και από τις μετρημένες στα δάχτυλα ενός χεριού) επιτυχία του!

Το εντυπωσιακό είναι πως, παρότι ο Λούλα εφάρμοσε, στα βασικά της, την ορθόδοξη νομισματική και δημοσιονομική συνταγή του Ταμείου, κατάφερε να μείνει στην εξουσία οκτώ χρόνια, να τελειώσει τη θητεία του τόσο δημοφιλής όσο όταν την άρχιζε (παρά τις πολλές αποτυχίες και κάποια σκάνδαλα) και να τον διαδεχθεί η στενότερη συνεργάτις του. Και το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τον κορσέ του Ταμείου, στα χρόνια του Λούλα η Βραζιλία αναπτύχθηκε με σχετικά γρήγορο ρυθμό και εφάρμοσε δύο πρωτοποριακά προγράμματα: την bolsa familia - ένα ολοκληρωμένο δίχτυ πολλαπλής κοινωνικής προστασίας για τους απόκληρους, στο οποίο εντάχθηκαν 11 εκατομμύρια Βραζιλιάνοι - και το PAC, ένα πρόγραμμα ταχύρρυθμης ανάπτυξης μέσω δημόσιων επενδύσεων, που η εφαρμογή του εκτίναξε τους ρυθμούς ανάπτυξης και προφύλαξε τη Βραζιλία από τις συνέπειες της Μεγάλης Κρίσης του 2008.
«Μη μιλάτε για την κρίση», συμβούλευσε τις προάλλες ο Λούλα τον έλληνα μουσαφίρη του. Μην επενδύετε στη δυστυχία και την καταστροφή, δηλαδή. «Να μιλάτε για τις λύσεις». Ποιος ξέρει; Μπορεί το ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα στη μακρινή Μπραζίλια να μην ήταν χαμένος κόπος.

Ο Λούλα μίλησε, ο Τσίπρας κατάλαβε; Posted on December 22, 2012 by aristerok Του Νίκου Μπίστη


Ο Λούλα μίλησε, ο Τσίπρας κατάλαβε;

Του Νίκου Μπίστη, protagon.gr
Συνεχίζεται το πολυήμερο ψυχαγωγικό ου μην αλλά και εκπαιδευτικό ταξίδι του Προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ σε Βραζιλία και Αργεντινή. Αν το διέπραττε ο ταξιδευτής Γιώργος Παπανδρέου το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης πιθανότατα θα ζητούσε Εξεταστική Επιτροπή. Τέλος πάντων μέρες που είναι να του ευχηθούμε  καλά να περάσει και να του μεταφράζουν σωστά αυτά που λένε οι συνομιλητές του ώστε να μην βγάζει λάθος συμπεράσματα. Γιατί από τα παρακάτω αποσπάσματα δείχνει κάπως χαμένος στην μετάφραση.
Τι είπε ο Λούλα:
«Το μήνυμα που θέλω να στείλω στον ελληνικό λαό είναι ότι σ’ αυτή την στιγμή της κρίσης πρέπει να είναι ψύχραιμοι, να έχουν μεγάλη θέληση και να αναζητήσουν λύσεις. Να μην γίνονται πολλά σχόλια για την κρίση , αλλά να συζητούν ποιες είναι οι λύσεις. Εδώ στην Βραζιλία η λέξη κλειδί ήταν η οικονομική ανάπτυξη μαζί με το εμπόριο, μαζί με τις επενδύσεις, μαζί με τις θέσεις εργασίας, μαζί με την κατανάλωση και για αυτό η Βραζιλία έχει ανέβει από την δέκατη στην έκτη θέση στην παγκόσμια οικονομία.»
Από όλο αυτό τι κατάλαβε ο Τσίπρας:
«Στο πρόσωπο του Προέδρου Λούλα βρήκαμε ένα ισχυρό σύμμαχο στην προσπάθεια του ελληνικού λαού να ξεπεράσει την κρίση, να αντέξει και να νικήσει τις βάρβαρες νεοφιλελεύθερες πολιτικές.»
Είναι προφανές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αλυσίδα παρεξηγήσεων. Ο Πρόεδρος Λούλα θεωρεί κατά πάσα πιθανότητα ότι ο Τσίπρας συμμετέχει σε τερακομματική κυβέρνηση Εθνικής Ευθύνης και θέλει με το παράδειγμα της Βραζιλίας να τον ενθαρρύνει να επιμείνει. Αλλιώς θα ήξερε ότι ο ταξιδιώτης όταν είναι στην χώρα του βρίσκεται μονίμως ανεβασμένος στα κεραμίδια από όπου εξαπολύει σχόλια «κατιούσες» για την κρίση, δεν προτείνει τίποτε, με την ανάπτυξη και το εμπόριο δεν τα πάει καλά ενώ απειλεί και όποιους επιχειρηματίες σκέφτονται να κάνουν επενδύσεις. Ή σε άλλον μίλαγε ή ήξερε πολύ καλά σε ποιόν μίλαγε και του έκανε ένα σύντομο μάθημα πολιτικής και οικονομίας.
Η δεύτερη παρεξήγηση είναι ότι ο Τσίπρας δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι ο Πρόεδρος Λούλα ήταν Πρόεδρος της Βραζιλίας επί δύο θητείες και δεν είναι πλέον ο Λούλα συνδικαλιστής Πρόεδρος στο Φόρουμ του Πόρτο Αλέγκρε. Αλλιώς δεν θα μιλούσε για βάρβαρες νεοφιλελεύθερες πολιτικές γιατί πολλά από αυτά που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Λούλα εντάσσονται στις – κατά Τσίπρα – βάρβαρες νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Σύμφωνα λοιπόν με στοιχεία που αλίευσα από το άρθρο του Παύλου Αθανασόπουλου στην «Μεταρρύθμιση» ο Λούλα πήρε τα παρακάτω μέτρα: Επέκταση συμφωνίας με Δ.Ν.Τ. Εκχώρηση σε ιδιώτες επτά μεγάλων αυτοκινητόδρομων. Ευρύτατο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων. Ιδιωτικοποιήσεις ύψους 45 δις δολαρίων. Κατασκευή μεγάλων έργων με εκχώρηση των εσόδων σε ιδιώτες. Με αυτά τα δεδομένα ο στόχος του Λούλα ήταν σεμνός και ταπεινός. Να εξασφαλίσει τρία γεύματα την ημέρα (πρωινό, μεσημεριανό και βραδινό) σε κάθε Βραζιλιάνο, στόχο που δεν τον πέτυχε στην πρώτη θητεία του αλλά οι πραγματικοί απόκληροι (όχι δικαστές , φαρμακοποιοί και υπάλληλοι της Βουλής) του έδωσαν και μια δεύτερη ευκαιρία, βλέποντας ότι προσπαθεί και σε ένα βαθμό πετυχαίνει. Και αυτό παρά τα μεγάλα σκάνδαλα διαφθοράς που δυο φορές παραλίγο να τον συμπαρασύρουν, παρά το γεγονός ότι η φτώχεια (εκεί να δείτε φτώχεια) στις φαβέλες συνεχίζεται ενώ υπάρχουν περιοχές που μόνο με το στρατό μπορεί να τις «επισκεφθεί» το κράτος γιατί οι έμποροι ναρκωτικών και οι συμμορίες τις έχουν καταλάβει. Όλα αυτά δεν τα λέω για να μειώσω τον Λούλα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Βρέθηκε μπροστά σε τεράστια προβλήματα και όχι μόνο στάθηκε όρθιος αλλά παρέδωσε μια Βραζιλία καλύτερη από αυτήν που παρέλαβε. Μόνο που για λόγους που υπερβαίνουν τον Λούλα η Βραζιλία  δεν μπορεί να συγκριθεί με την πιο φτωχή χώρα της ευρωζώνης, ακόμα και αν την κυβερνούν οι «μερκελιστές» γιατί το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και το ευρωπαϊκό πολιτικό σύστημα και στην χειρότερη στιγμή τους δεν έχουν σχέση με τα μοντέλα με τα οποία φαντασιώνεται ο Τσίπρας. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους για τους οποίους αν υποχρεωνόταν να διαλέξει αν θα ζήσει στην πολυαγαπημένη του Βενεζουέλα, την Βραζιλία, την Κίνα, την Ρωσία, την Ινδία, την Αργεντινή η την Δανία, την Πορτογαλία και την Σλοβενία κόβω το κεφάλι μου ότι θα έμενε Ευρώπη. Μέχρι και την μισητή Γερμανία θα διάλεγε. Γιατί άλλο η αφορολόγητη ρητορεία και άλλο η πραγματική ζωή. Δεν ξέρω επίσης πόσο φίλη της Ελλάδας είναι η σημερινή κυβέρνηση της Βραζιλίας με επικεφαλής  την ομοϊδεάτισσα του Λούλα Ντίλμα Ρούσεφ. Αν είναι να ενημερώσουν και τον εκπρόσωπος της στο ΔΝΤ γιατί δεν το έχει πληροφορηθεί.
Αν δεν είναι ήδη εκεί, ο Τσίπρας θα πηγαίνει προς Αργεντινή. Ελπίζω να τον έχουν προετοιμάσει καλύτερα. Να μην επαναλάβει για παράδειγμα ότι «μακάρι να είμασταν Αργεντινή» γιατί θα τον πάρουν στο μεζέ μιας και αυτοί ξέρουν καλά τι σημαίνει να είσαι Αργεντινή. Επίσης να τον έχουν ενημερώσει ότι η σημερινή Πρόεδρος Κριστίνα Φερνάντες είναι πιο δεξιά από τον Λούλα και ανήκει σε μια από τις πολυάριθμες ομάδες του περονικού κόμματος που έχει στις γραμμές του κάθε καρυδιάς καρύδι και φημίζεται για τον άκρατο λαϊκισμό και τις επιδόσεις του στην προσωπολατρία. Στο θέμα βέβαια του λαϊκισμού ίσως θα μπορούσε κάτι να μάθει αν και νομίζω ότι έχει εξαντλήσει τα περιθώρια. Κρείττον σιγάν, λοιπόν, ή λαλείν μάτην. Καλύτερα να μην κάνει δηλώσεις. Ναι, αλλά τι να κάνει μιας και βρίσκεται στην Αργεντινή; Μαθήματα τάνγκο. Να γυρίσει και με κάτι χρήσιμο μετά ένα τόσο κοπιαστικό ταξίδι.