Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

…Επιτέλους, μόνοι! Γεράσιμος Γεωργάτος

…Επιτέλους, μόνοι!

Γεράσιμος Γεωργάτος, 08/07/2013


Πρόσθεσε στο FacebookΠρόσθεσε στο DeliciousΠρόσθεσε στο NewsvineΠρόσθεσε στο Twitter
Αφού χρειάστηκε ένας χρόνος κυβερνητικής συγκατοίκησης για να ανακαλύψουμε, ή καλύτερα να μας αποκαλύψει η ηγετική ομάδα της ΔΗΜΑΡ, ότι η ΝΔ είναι μια σκληρή δεξιά έως ακροδεξιά, τώρα, μετά από βαθυστόχαστες αναλύσεις και την αποχώρησή μας από το κυβερνητικό σχήμα, αποφανθήκαμε και για το ΠΑΣΟΚ ότι ανήκει πλέον στην κεντροδεξιά.

Τηρουμένων των αναλογιών, αν μιλούσαμε για το γερμανικό πολιτικό τοπίο, θα λέγαμε πως όταν το SPD συγκυβερνά με την CDU είναι κεντροδεξιό κόμμα, εκμηδενίζοντας ιστορική διαδρομή και ιστορική συγκυρία.

Τέτοιου είδους εκτιμήσεις εκφράζουν το παραδοσιακό μίσος της αριστεράς, ακόμα και της ανανεωτικής, προς τη σοσιαλδημοκρατία, υψώνοντας τείχη στις όποιες δυνατότητες σύγκλισης και συμπόρευσης. Η ΔΗΜΑΡ διαφαίνεται πως προσανατολίζεται να υιοθετήσει την εκτίμηση της ριζοσπαστικής αριστεράς περί δεξιάς διολίσθησης και προσχώρησης της σοσιαλδημοκρατίας στον νεοφιλελευθερισμό. Ταυτοχρόνως, στο ευρωπαϊκό πεδίο, παρόλο που εκκρεμεί κάποια συγκροτημένη εσωκομματική συζήτηση, διάχυτη παραμένει η εντύπωση ότι η ΔΗΜΑΡ επιθυμεί να ενταχθεί στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Πώς συμβιβάζεται η εκτίμηση περί κεντροδεξιού ΠΑΣΟΚ, με την ένταξη στην ίδια με αυτό ευρωπαϊκή οικογένεια;

Πολύ απλά, δεν θα συμβεί. Η όξυνση του ανταγωνισμού με το ΠΑΣΟΚ, το πιθανότερο είναι ότι θα το οδηγήσει στην υποβολή ισχυρού veto ως προς τη σχετική ένταξη της ΔΗΜΑΡ. Και η αφήγηση της ΔΗΜΑΡ θα ολοκληρωθεί κάπως έτσι: «Στην κυβέρνηση δεν μας θέλανε και εδώ δεν μας δέχονται». Τι απομένει; Πιθανότατα το γνώριμο και για πολλούς συγγενέστερο περιβάλλον του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ).

Και έτσι, μόνοι μας, αφού ξεμπερδέψαμε με το ΠΑΣΟΚ, μπορούμε απερίσπαστοι να επιδοθούμε στην ανασυγκρότηση του Τρίτου Πόλου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού. Ειρήσθω εν παρόδω, περί δημοκρατικού σοσιαλισμού ομιλεί και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η επιμονή της ΔΗΜΑΡ στο δημοκρατικό σοσιαλισμό, δεν είναι καθόλου τυχαία. Δεν την απομακρύνει από το νήμα της κομμουνιστικής παράδοσης, όπως και αν αυτή μετεξελίχθηκε δια του ευρωκομμουνισμού και της ανανεωτικής αριστεράς. Υπογραμμίζει όμως έντονα και την αδυναμία της να απαλλαγεί από αγκυλώσεις, στερεότυπα και προκαταλήψεις, που την εμποδίζουν να συνδιαλλαγεί και να ανοιχτεί σε ισότιμο διάλογο με τις δυνάμεις του ευρύτερου μεταρρυθμιστικού χώρου, μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ. Αντιλαμβάνεται τον τρίτο πόλο με κέντρο αποκλειστικά τον εαυτό της, ζητώντας από τους άλλους ένταξη ή συστράτευση με τον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Όμως η απόπειρα για την ανασυγκρότηση ενός τρίτου πόλου του ευρύτερου μεταρρυθμιστικού χώρου και όχι αποκλειστικά του δημοκρατικού σοσιαλισμού, με δεδομένη την επικρατούσα πολυδιάσπαση, σε πρώτη φάση δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολυκεντρική. Κάτι που σε καμιά περίπτωση δεν θα ακύρωνε την αυτόνομη παρουσία και ύπαρξη της ΔΗΜΑΡ. Όμως, ο υπερδιογκωμένος φόβος, ως συνήθως, είναι ανασταλτικός για κάθε πρωτοβουλία.

Όταν από τις υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις, το «αριστερό DNA» αποκλείει κάθε ισότιμο διάλογο με τους προοδευτικούς φιλελεύθερους, επειδή τους θεωρεί αποκλειστικά νεοφιλελεύθερους, με το ΠΑΣΟΚ επειδή είναι κεντροδεξιό κόμμα, με φορείς και ομάδες που προήλθαν από το ΠΑΣΟΚ επειδή προέρχονται από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, κυρίως της περιόδου Σημίτη, τι απομένει; Γνωστή η απάντηση: «Θα απευθυνθούμε στον κόσμο με τη δύναμη των ιδεών μας και την πειστικότητα των προτάσεών μας και των επιχειρημάτων μας».

Μεγάλες αυταπάτες για όσους μέσα στη ΔΗΜΑΡ πιστεύουν κάτι τέτοιο. Οι προ δεκαετίας αντιστοίχως πορευόμενοι του ΣΥΝ, παρέπαιαν εντός - εκτός Βουλής σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, μέχρι που συμμάχησαν με μικρές αλλά υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις, σε λάθος κατά τη γνώμη μας κατεύθυνση, και σήμερα είναι αξιωματική αντιπολίτευση. Οι πιο ρεαλιστές και τακτικιστές της ΔΗΜΑΡ, που αντιλαμβάνονται και την πολιτική ως κόλπο, όλα αυτά τα χρησιμοποιούν ως ιδεολογικό ένδυμα. Τους ενδιαφέρει απλά και μόνο η επιβίωση και η αναπαραγωγή τους. Ως εκεί. Αυτό ξέρουν, αυτό μπορούν, αυτό αντέχουν. Γνωρίζουν ότι τα πλήθη δεν πρόκειται να συρρεύσουν για την ανασυγκρότηση του πόλου του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Πόσους ενδιαφέρει άλλωστε; Αποκλείοντας ιδεολογικά και πρακτικά κάθε διάλογο με ό,τι υπαρκτό κινείται στον ευρύτερο μεταρρυθμιστικό χώρο, αποκλείουν κατά βάση τον κίνδυνο διαμοιρασμού κύρους, προβολής και εξουσίας. Κάποιος λίγος κόσμος θα μας ψηφίσει, κάποια λίγα στελέχη από το «κεντροδεξιό» πλέον ΠΑΣΟΚ θα έλθουν και σ’ εμάς, κυρίως από τους «κοινωνιστές» της πρόσφατα αποχωρήσασας Αριστερής Πρωτοβουλίας. Δεν θα πάνε και όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια μικρή εκλογική πελατεία θα προσκομίσουν. Κάπως έτσι θα επιβιώσουμε, αν επιβιώσουμε. «Κάλλιο πρώτος στο χωριό σου, παρά δεύτερος στην πόλη.» Αυτή είναι η φιλοσοφία. Και αυτό που διαμορφώνεται δεν είναι παρά ένα μικρό κόμμα μπαλαντέρ, με σκληρή ρητορική ακόμα και προς τον ΣΥΡΙΖΑ για την ώρα, αλλά με εύκαμπτες αρχές και εύκολα σλάλομ για να συμμαχεί και να επιβιώνει, ανάλογα με τις περιστάσεις, μια συγκεκριμένη ηγετική ομάδα. Πολύ στενή οπτική και πολύ κατώτερη των περιστάσεων και των διακυβευμάτων.

Παρά τα λάθη και τις αμφιταλαντεύσεις, η ΔΗΜΑΡ παραμένει ο πιο συγκροτημένος και ελπιδοφόρος μεταρρυθμιστικός πολιτικός χώρος. Αντί για επιλογές που τον οδηγούν σε συρρίκνωση, να επιχειρήσουμε να ξαναπιάσουμε το νήμα των μεγάλων πρωτοβουλιών και των καθημερινών πρακτικών, που θα επαναφέρουν τη ΔΗΜΑΡ σε τροχιά νεωτερικής εκσυγχρονιστικής μεταρρυθμιστικής δύναμης, γιατί αυτό έχει ανάγκη χρόνια τώρα η χώρα και όχι ένα πολιτικό σύστημα της πεπατημένης μικρής και μεγάλης πελατειακής και συντεχνιακής διαπλοκής, που αναπαράγει αδιέξοδα και αδιαφορεί για το πραγματικό δημόσιο συμφέρον.

Ο ΣΥΡΙΖΑ στερείται σοβαρότητας για να συνεργαστούμε Σπύρος Λυκούδης

Ο ΣΥΡΙΖΑ στερείται σοβαρότητας για να συνεργαστούμε
Σπύρος Λυκούδης, Συνέντευξη, Τύπος της Κυριακής, 07/07/2013

1. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις μετά την έξοδο της ΔΗΜΑΡ από την κυβέρνηση δείχνουν ότι δεν είχε θετική υποδοχή αυτή η απόφαση. Είναι έτσι;

Πράγματι, οι πρώτες δημοσκοπήσεις δεν είναι ενθαρρυντικές. Η απόφαση αποχώρησης της Δημοκρατικής Αριστεράς από την κυβέρνηση δεν έγινε εν αιθρία, λειτούργησε όμως ως κεραυνός για πολύ κόσμο. Περισσότερο δε για τον κόσμο που μας παρακολουθεί, ο οποίος είναι κριτικός, δεν αρέσκεται στο «πίστευε και μη ερεύνα» και δεν δίνει λευκές επιταγές.

Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις οφείλεις να προετοιμάζεις αυτόν τον κόσμο, να κλιμακώνεις την αντιπαράθεσή σου, να εξηγήσεις πειστικά για ποιούς λόγους η απόφασή σου είναι προς το συλλογικό καλό. Αυτό δεν έγινε. Αποτυπώθηκε αυτή η αδυναμία και δημοσκοπικά, διότι δεν φτάνει να έχεις το δικαίωμα μιας απόφασης που τη θεωρείς καλή, χρειάζεται να έχεις και τη δυνατότητα και τον χρόνο να την υποστηρίξεις.

2. Έχετε καταλάβει τι ακριβώς συνέβη; Γιατί προς τα έξω φάνηκε ότι ο κ. Κουβέλης άλλαξε γνώμη για αδιευκρίνιστους λόγους μέσα σε ένα 24ωρο.

Δεν έχει αξία τι κατάλαβα εγώ. Αξία έχει να κατανοήσουν οι πολίτες τι ανέδειξε η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, ασχέτως αν ψήφισαν Σαμαρά, Τσίπρα ή Κουβέλη.

Το είπα και στους νεοδημοκράτες, χαιρετίζοντας το 9ο συνέδριό τους. Συνεργάζομαι σημαίνει και συμβιβάζομαι, βρίσκω έναν κοινό τόπο, περπατώ στη συνισταμένη. Και για μας, την ανανεωτική Αριστερά, οι προωθητικοί συμβιβασμοί δεν έχουν ενοχή. Αυτήν την αρχή οι επιτελείς της τρικομματικής την αγνόησαν.

Αναλογιστείτε μόνο τούτο: η συνοχή της Κυβέρνησης δοκιμάστηκε μεν αλλά δεν κλυδωνίστηκε στα σκληρά μνημονιακά δημοσιονομικά που δυσκόλευαν πολύ τον Κουβέλη. Διαλύθηκε μόλις ξεκίνησε η διαχείριση θεμάτων που δυσκόλευαν τον Σαμαρά, μη δημοσιονομικών και απολύτως ελληνικής αρμοδιότητας. Αντιρατσιστικό, ιθαγένεια, κριτήρια και τρόπος απολύσεων κ.α.

Τότε άρχισε να προκρίνεται η επίδειξη δύναμης αντί της αποτελεσματικότητας, τα «έτσι θέλω» αντί της συμπόρευσης, το χάιδεμα των κομματικών ακροατηρίων αντί της εθνικής προοπτικής.

Ειλικρινά, αδυνατώ να καταλάβω γιατί ο Πρωθυπουργός αποφάσισε να ασχοληθεί με την ΕΡΤ με τρόπο αντισυνταγματικό, διαλυτικό για την κυβέρνηση και προσβλητικό για την Ελλάδα.

Ήθελε να απολύσει 2.500 δημοσίους υπαλλήλους μέχρι το τέλος Ιουνίου, για να δείξει στην τρόικα ότι απολύει, λένε κάποιοι. Με τεράστια δημοσιονομική ζημιά και επαναπροσλαμβάνοντας τους 2.000 σε 10 μέρες; Ανόητοι είναι οι τροϊκανοί;

Ήθελε να μεταρρυθμίσει το δημόσιο φορέα Ραδιοτηλεόρασης και δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ΠΟΣΠΕΡΤ και τις διαμαρτυρίες των εργαζομένων, λένε άλλοι.

Τι θα έκαναν οι εργαζόμενοι; Απεργία, με μουσική, ντοκιμαντέρ και συχνά πυκνά τις ανακοινώσεις τους στην οθόνη. Με ποιά λογική προτίμησε ο Πρωθυπουργός το αντισυνταγματικό μαύρο και μια εκρηκτική πολυήμερη κατάληψη δημόσιας περιουσίας αντί μιας πολυήμερης απεργίας;

Ήθελε να δείξει μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα προς τους ευρωπαίους εταίρους; Μα οι εταίροι τρόμαξαν από τη διακινδύνευση της πολιτικής σταθερότητας κι επαναλάμβαναν μονότονα ότι δεν το ζήτησαν αυτοί.

Δεν τα κάνεις ρημαδιό για να δείξεις αποτελεσματικός.

3. Η ΔΗΜΑΡ επιμένει ότι δεν θα γίνει αριστερό κόμμα διαμαρτυρίας. Αυτό σημαίνει ότι προσβλέπει σε κυβερνητική συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ;

Αρκετοί θεωρούν τη διαμαρτυρία επανάσταση και βρίσκονται σε συνεχή φαντασίωση. Εμείς διεκδικούμε δημιουργικό και παρεμβατικό ρόλο επί της πραγματικότητας, όχι επί της ψυχολογίας.

Προσωπικά εκτιμώ ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε θέλει ούτε μπορεί να συνεργαστεί με άλλες δυνάμεις. Προτιμούν να ζητούν από τον κόσμο υποστήριξη «για να τον σώσουν» παρά για να συνεργαστούν με οποιονδήποτε. Σας παραπέμπω στην υπόθεση του αντιρατσιστικού Ρουπακιώτη.

Η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη. Η εκπόνηση ολοκληρωμένης πολιτικής διεξόδου από την κρίση και η οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας μας απαιτούν όχι μόνο συνεργασίες αλλά και σοβαρότητα, ευθύνη και προτάσεις. Αυτά τα στοιχεία δεν τα διαθέτει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Εξάλλου σας είπα και πρωτύτερα, ο δικός μας χώρος είναι λογικός, κριτικός, στέκεται ανάχωμα στον λαϊκισμό και δεν εκδίδει λευκές επιταγές. Το μεσσιανισμό της επαναστατικής ρητορείας η Αριστερά τον πλήρωσε και η ανανεωτική Αριστερά τον απέρριψε!

4. Αν η ΔΗΜΑΡ δεν κοιτάει προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε προς το δίδυμο ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, τότε ποια είναι η στρατηγική της επιδίωξη;

Κοιτάξτε, δυστυχώς για τη σύγχρονη Δημοκρατία, δυστυχώς για το μέλλον της χώρας, όλα τα κόμματα στο θέμα των συνεργασιών απαντούν με υστέρηση σοβαρότητας.

Εμείς απαντούμε προγραμματικά θετικά. Το αποδείξαμε μπαίνοντας στην κυβέρνηση με κόντρα τον καιρό. Τώρα οι μισοί μάς κατηγορούν επειδή συνεργαστήκαμε στην τρικομματική κι οι άλλοι μισοί επειδή φύγαμε.

Έχει κι ο λαός ευθύνες, εφόσον ενισχύει εκείνους που τον οδηγούν στα μετεμφυλιακά αδιέξοδα. Έχει κι ο πολίτης υποχρέωση να κρίνει ποιός είναι σοβαρός και ποιός δημαγωγός.

Στη Δημοκρατική Αριστερά η συζήτηση περί στρατηγικών συμμαχιών διεξάγεται καιρό. Είναι δύσκολη, και η ρευστότητα του πολιτικού σκηνικού, ο πρότερος πολιτικός βίος του ΠΑΣΟΚ και ο αντιμεταρρυθμιστικός λαϊκισμός του ΣΥΡΙΖΑ την καθιστούν δυσκολότερη. Η υπέρβαση είναι καθήκον όλων μας, να ξεπεράσουμε και τις αγκυλώσεις και τους φόβους που γεννούν αμυντικά και προσχηματικά προσκόμματα.

Η στρατηγική μας επιδίωξη παραμένει ίδια, τώρα δε περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Η ανασυγκρότηση του χώρου του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, της Κεντροαριστεράς όπως συνήθως αναφέρεται, των εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών που αρνούνται να εγκλωβιστούν στη ΝΔ και στον ΣΥΡΙΖΑ.

5. Η ΔΗΜΑΡ στις ευρωεκλογές θα κατέβει αυτόνομα ή θα ενθαρρύνει τη δημιουργία κάποιου συμμαχικού σχήματος στο οποίο θα ενταχθεί;

Ανέκαθεν ήταν προνομιακές εκλογές οι ευρωεκλογές για την ανανεωτική αριστερά, χάρις στην αδιαπραγμάτευτη ευρωπαϊκή της ταυτότητα. Εκτιμώ μάλιστα ότι οι ερχόμενες ευρωεκλογές θα είναι καταλύτης αλλαγής του πολιτικού σκηνικού στη χώρα μας και σημείο καμπής για την πορεία της: εντός ή εκτός Ευρώπης, εντός ή επέκεινα της Δημοκρατίας.

Για τη Δημοκρατική Αριστερά αυτές οι ευρωεκλογές μπορεί να αποτελέσουν εφαλτήριο ιδεολογικής στρατηγικής εφόδου. Από μας εξαρτάται τώρα. Κι επειδή θεωρώ ότι τα μεγάλα διαστήματα αμφιθυμίας στην πολιτική ταιριάζουν στους χαμένους, το κόμμα μας και ο Πρόεδρος δηλώσαμε ότι θα αναλάβουμε αμέσως πρωτοβουλίες συμμαχιών, εντός του Ιουλίου κιόλας.

6. Έχει τελειώσει οριστικά η προσπάθεια συνεννόησης με το ΠΑΣΟΚ που εξελισσόταν το τελευταίο διάστημα πριν τη ρήξη;

Συνεργαστήκαμε με το ΠΑΣΟΚ στενά τον τελευταίο καιρό στην κυβέρνηση. Καταθέσαμε από κοινού στη Βουλή το Αντιρατσιστικό νομοσχέδιο που απέρριψε η Νέα Δημοκρατία και την Πρόταση Νόμου για ακύρωση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου για την ΕΡΤ.

Βέβαια η αποχώρησή μας από την κυβέρνηση καθιστά αποκλίνουσες τις πορείες και δυσχεραίνει τις συνθήκες διαλόγου. Δεν εκμηδενίζει όμως τους λόγους της συνεννόησης μεταξύ μας σε πολλά θέματα.

7. Πιστεύετε ότι θα μακροημερεύσει αυτή η κυβέρνηση; Τι βλέπετε μπροστά;


Για κάποια πρόσωπα έχω επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα να υπηρετήσουν κάτι παραπέρα από την καθημερινή διαχείριση ή το κομματικό πελατολόγιο. Κυρίως όμως, έχω ανησυχία, εξαιτίας πολλών παραγόντων, ως προς την φέρουσα ικανότητα του οικοδομήματος, όπως λένε και οι μηχανικοί. Μακάρι να διαψευστώ.

Παρέμβαση Μανιτάκη για το θέμα της κινητικότητας

Παρέμβαση Μανιτάκη για το θέμα της κινητικότητας

manitakis«Η Κινητικότητα, ένα νεογέννητο, έκθετο πολιτικά, που στραγγαλίζεται από την Τρόικα»
Με κείμενο – παρέμβασή του ο πρώην υπουργός Αντ. Μανιτάκης, απαντά στην κριτική που δέχεται για το θέμα της κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων, και επικρίνει έντονα την τρόικα ότι έπαιξε και παίζει τον αποσυνθετικό ρόλο, στην υλοποίηση της μεταρρυθμιστικής αυτής δράσης. Σημειώνει χαρακτηριστικά:«H πρόθεση της Τρόικας να αναγάγει, πριν λίγες εβδομάδες, ξαφνικά και άνευ διαρθρωτικής αιτίας ή λόγου δημοσιονομικού, την Κινητικότητα σε προαπαιτούμενη της προσεχούς δόσης ενέργεια, αναιρούσε πλήρως την λογική της καθώς και την συμφωνημένη διαδικασία της Κινητικότητας, δυναμίτιζε την πραγματοποίησή της και οδηγούσε το θεσμό εν επιγνώσει της σε πλήρη απαξίωση και αποτυχία».
Αναλυτικά στην περίληψη του κειμένου με τίτλο, «Η Κινητικότητα, ένα νεογέννητο, έκθετο πολιτικά, που  στραγγαλίζεται  από την Τρόικα», ο κ. Μανιτάκης αναφέρει:
Το παρόν κείμενο γράφτηκε, πρώτον, για να δείξει την διαρθρωτική σημασία και τον σύνθετο διοικητικό σχεδιασμό του θεσμού της Κινητικότητας, που με προσοχή και σύστημα για να προληφθούν λάθη και αποφευχθούν εντάσεις ετοιμάστηκε από το Υπουργείο. Και δεύτερον, για να φανερώσει τον αποσυνθετικό ρόλο, που έπαιξε και παίζει, στην υλοποίηση της μεταρρυθμιστικής αυτής δράσης η Τρόικα. H πρόθεση της Τρόικας να αναγάγει, πριν λίγες εβδομάδες, ξαφνικά και άνευ διαρθρωτικής αιτίας ή λόγου δημοσιονομικού, την Κινητικότητα σε προαπαιτούμενη της προσεχούς  δόσης ενέργεια,  αναιρούσε πλήρως την  λογική της καθώς και την συμφωνημένη διαδικασία  της Κινητικότητας, δυναμίτιζε την πραγματοποίησή της και οδηγούσε το θεσμό εν επιγνώσει της σε πλήρη απαξίωση και αποτυχία. Εξάλλου, οι δράσεις που σχεδιάστηκαν, βιαστικά και πρόχειρα, από την Κυβέρνηση, αυτές τις μέρες, υπό τον  εκβιασμό της μη καταβολής της δόσης, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές και ανέφικτες προθεσμίες, που μπήκαν επίτηδες από την Τρόικα για να μπορεί να εκθέτει τη χώρα ως ανίκανη και αναξιόπιστη και για να δικαιολογεί εκ των υστέρων και τις δικές της αστοχίες και εμμονές, καθιστούν το όλο εγχείρημα της κάλυψης κενών θέσεων ή αναγκών από πλεονάζον προσωπικό σε διάφορες υπηρεσίες παρακινδυνευμένο, αντιπαθητικό και, τελικά φοβάμαι, απραγματοποίητο.
Ακολουθεί ολόκληρο το άρθρο:
Η Κινητικότητα των υπαλλήλων του Δημοσίου σχεδιάστηκε από το Υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης  επί  τρικομματικής Κυβέρνησης, ως ένας στρατηγικής σημασίας και άμεσης προτεραιότητας στόχος, ο δεύτερος μετά τη ριζική αναδιάρθρωση των δομών στα Υπουργεία και σε όλο το Δημόσιο με βάση εκθέσεις αξιολόγησης των διοικητικών μονάδων τους.
Πρόκειται για  μια ειδική διαδικασία μετάταξης  των δημοσίων υπαλλήλων, που συνδυάζει στοιχεία τόσο αναγκαστικής όσο και εθελούσιας μετακίνησής τους, και προορίζεται να καθιερωθεί ως ένας μόνιμος θεσμός του δημοσιοϋπαλληλικού δικαίου – καθώς έχει ήδη εισαχθεί με τον ν. 4093/2012, πατώντας πάνω στην έννοια του «κρατικού υπαλλήλου» και διευρύνοντάς την.  Η Κινητικότητα είναι μια διαρθρωτικού χαρακτήρα μεταρρύθμιση και όχι ένα στιγμιαίο, συγκυριακό μέτρο. Και πάντως δεν επιβλήθηκε από την Τρόικα, η οποία από την αρχή την καταπολέμησε και την είδε μόνο ως πηγή και διαδικασία απολύσεων.
Ο σκοπός της ήταν διπλός: ο ένας ήταν διαρκής, διαρθρωτικός και αποσκοπούσε στηνορθολογική ανακατανομή ενός διαχρονικά ανορθολογικά κατανεμημένου προσωπικού σε δημόσιες υπηρεσίες ανά τη χώρα. Ο άλλος άμεσος και επείγων: η άμεση κάλυψη κενών θέσεων και αναγκών κατά προτεραιότητα σε υπηρεσίες κοινωνικές και εξυπηρέτησης του πολίτη, καθώς και η κάλυψη αναγκών σε υπηρεσίες που είχαν μεγάλα κενά από τις αθρόες συνταξιοδοτήσεις τα τελευταία χρόνια. Οι δύο αυτοί λόγοι, συνδυασμένοι με την πολιτική του περιορισμού των προσλήψεων, έκαναν και κάνουν επιτακτική την ανάγκη μακροπρόθεσμου προγραμματισμού κάλυψης των κενών στις δημόσιες υπηρεσίες, με τη μετακίνηση προσωπικού από τις υπηρεσίες που αποδεδειγμένα πλεονάζει.
Με την κινητικότητα σχεδιάζεται να μετακινηθούν υπάλληλοι από υπηρεσίες, όπου διαπιστώνεται αντικειμενικά μετά από  εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσής τους ότι υπάρχουν πλεονάζουσες θέσεις ή ειδικότητες, σε υπηρεσίες όπου είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχουν κενές θέσεις ή  επιτακτικές ανάγκες στελέχωσης προκειμένου να επιτελέσουν την αποστολή τους – ιδίως αν πρόκειται για κοινωνικές υπηρεσίες ευαίσθητες ή που προϋποθέτουν την άμεση επαφή με τον πολίτη (βλ. ασφαλιστικά ταμεία, ΚΕΠ, νοσοκομεία, αστυνομία κλπ).
Η διαπίστωση των κενών και των πλεοναζουσών θέσεων γίνεται με τρόπο επιστημονικό από εμπειρογνώμονες και στηρίζεται σε σχέδια στελέχωσης.
O κύριος σκοπός της  κινητικότητας είναι άρα να εξασφαλιστεί η καλλίτερη δυνατή στελέχωση κενών θέσεων με τη μέγιστη δυνατή αξιοποίηση της εμπειρίαςτους και των ικανοτήτων του υπάρχοντος προσωπικού. Για να επιτευχθεί αυτό  χρειάζεται να επιδιώκεται διαρκώς το συνταίριασμα της εργασιακής φυσιογνωμίας του κάθε υπαλλήλου με την περιγραφή της θέσης που πρόκειται  να καταλάβει και των καθηκόντων που καλείται να επιτελέσει, μετά φυσικά από μία αποτίμηση των προσόντων του από ειδική επιτροπή .
Ακριβώς για αυτό, η κινητικότητα προϋποθέτει μια συγκεκριμένη διαδικασία σχεδιασμού και αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει -και αυτό είναι όρος εκ των ων ουκ άνευ- ότι πρώτα προσδιορίζονται με αντικειμενικά, με  μετρήσιμα κριτήρια, οι πλεονάζουσες θέσεις, ,με τη βοήθεια σχεδίων στελέχωσης και στη συνέχεια ταυτοποιούνται το πρόσωπα που αντιστοιχούν σε αυτές. Ορίζεται δηλαδή αυτό που στη διοικητική γλώσσα λέμε «περίμετρος της αξιολόγησης» των κατηγοριών των προσώπων που αντιστοιχούν στις πλεονάζουσες θέσεις και αμέσως μετά γίνεται η  αποτίμηση των προσόντων τους με άξονα  το περίγραμμα της  θέσης τους και της εργασιακής τους φυσιογνωμίας. Τόσο τα σχέδια στελέχωσης όλων των υπουργείων όσο και η περίμετρος και τα κριτήρια της αξιολόγησης των υπαλλήλων είχαν ολοκληρωθεί από το ΥΔΜΗΔ  και σχεδιαζόταν προσεκτικά η υλοποίησή τους όταν ανέκυψε η απαίτηση της Τρόικας για εξάρτηση της  δόσης από την εκπλήρωση πρώτα της μετακίνησης των 12.500 υπαλλήλων.
Εκείνο που ήταν πάντως γνωστό και πρέπει να επισημανθεί είναι ότι  υπό τις παρούσες συνθήκες της εργασιακής ανασφάλειας και του διάχυτου φόβου των απολύσεων, η επιτυχής μετακίνηση ενός υπαλλήλου προϋποθέτει επί ποινή ακυρώσεως όλου του εγχειρήματος τη δημοσιοποίηση ή γνωστοποίηση των κενών θέσεων και των υπηρεσιακών αναγκών σε όλο τον δημόσιο τομέα.  Αυτό προκύπτει άλλωστε και από θεμελιώδη κανόνα του δημοσιοϋπαλληλικού κώδικα, που καθιερώνει συνταγματικό δικαίωμα μετάταξης σε κενή οργανική θέση άλλης δημόσιας υπηρεσίας (άρθρο 154 παρ.4), όταν ένας υπάλληλος χάνει τη θέση του. Η διοίκηση οφείλει όταν θέτει  κάποιον υπάλληλο σε διαθεσιμότητα-κινητικότητα λόγω κατάργησής της θέσης του να του γνωρίσει  τα κενά ή τις ανάγκες σε προσωπικό που έχει,  κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα. Οφείλει ακόμη να του προτείνει θέσεις και να του δώσει τη δυνατότητα να εκδηλώσει την προτίμησή του.
Όλα αυτά, ως πρόπλασμα, επιχειρήσαμε και πράξαμε σε ελάχιστο χρόνο στην περίπτωση της μετακίνησης των 2000 υπαλλήλων αορίστου χρόνου που συμφωνήθηκε μετά από σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές  ως προαπαιτούμενη ενέργεια τον Νοέμβριο του 2012. Ήταν ένα πρώτο δείγμα γραφής, μια δοκιμή της Κινητικότητας που στέφθηκε, παρόλες τις αντιδράσεις και την ανυπαρξία σχετικής διοικητικής υποδομής, με επιτυχία σε ένα διάστημα έξη ή επτά μηνών.
Από τα προηγούμενα βγαίνει ότι η Κινητικότητα όπως σχεδιάστηκε από την Task Force και το Υπουργείο δεν αποσκοπούσε στην άμεση, μαζική και τυφλή μετακίνηση υπαλλήλων για την κάλυψη τυχάρπαστων, ακαθόριστων, χωρίς εκθέσεις αξιολόγησης και σχέδια στελέχωσης, υπηρεσιακών αναγκών. Σκοπός της είναι η άμεση και καλλίτερη δυνατή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού με βάση την πραγματική εργασιακή του φυσιογνωμία,  όπου και όπως το συμφέρον της υπηρεσίας το απαιτεί.
Οι προηγούμενες διαδικαστικές προϋποθέσεις της Κινητικότητας είχαν καταγραφεί στο μνημόνιο και είχαν γνωστοποιηθεί με επιστολές και στην Τρόικα. Η μετακίνηση 25.000 υπαλλήλων ήταν μια μείζονος σημασία μεταρρυθμιστική  δράση που προϋπέθετε καλή και δύσκολη διοικητική προετοιμασία και χρόνο αρκετό. Αυτό που είχε σημασία δεν ήταν να μετακινηθούν μαζικά και δια μιας 12.500 χιλιάδες υπάλληλοι, αλλά να στηθεί ένας μηχανισμός διοικητικός, μόνιμος και διαρκής ώστε να αρχίσουν να μετακινούνται σε σταθερή βάση και σταδιακά τόσες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι σε ένα περιθώριο χρόνου δύο ετών 2013/2014.
Αυτό φυσικά προϋπέθετε ότι τα αρμόδια υπουργεία και κυρίως τα Υπουργεία Παιδείας και Εσωτερικών είχαν ολοκληρώσει τα σχέδια στελέχωσης και τις εκθέσεις αξιολόγησης των δομών, έτσι ώστε να μπορούν να υπολογιστούν με τρόπο τεκμηριωμένο και επιστημονικό το πλεονάζον προσωπικό και τα κενά ή οι ανάγκες προσωπικού σε διάφορες υπηρεσίες. Τα σχέδια στελέχωσης είχαν προχωρήσει αρκετά και κάλυπταν προσωπικό της τάξεως 450.000 υπαλλήλων. Είχαν ολοκληρωθεί ακόμη τα σχέδια στελέχωσης για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση και απέμενε στο Υπουργείο Παιδείας να προσδιορίσει τον ακριβή αριθμό εκπαιδευτικών  κατά κατηγορίες και ειδικότητες που πλεόναζε.
Η μεγάλη όμως καθυστέρηση και θα έλεγα έλλειψη κάθε είδους προετοιμασία εντοπιζόταν στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικά στους Δήμους και στις Περιφέρειες. Και αυτό διότι στους ΟΤΑ δεν είχε αρχίσει ούτε υπήρχε η πρόθεση για να αρχίσει η διαδικασία αξιολόγησης των δομών τους. Παρόλο που υπήρχε έτοιμη σχετική διεθνής συμφωνία με την Task Force και με τη Γερμανία, η απροθυμία των Δήμων να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε μορφής συνεργασία ή απόφαση για αξιολόγηση των δομών τους δεν άφηνε κανένα περιθώριο για πρόοδο στο θέμα αυτό. Πλήρης ακινησία. Τα οριζόντια μέτρα για τους Δήμους ήταν αναπόφευκτα και αναμενόμενα, αφού κανείς δεν φρόντιζε για την αξιολόγηση των δομών τους.
Από τον Ιανουάριο είχε αρχίσει, πάντως, να σχεδιάζεται  προγραμματικά η κινητικότητα σε συνεργασία με τα Υπουργεία, με βάση πάντα τα σχέδια στελέχωσης όλου του δημόσιου τομέα, που καταρτίζονταν με την τεχνική συμπαράσταση της γαλλικής τεχνικής αποστολής. Ο σχεδιασμός της κινητικότητας και η ένταξη του προσωπικού σε αυτήν θα άρχιζε, μόλις περατώνονταν τα σχέδια στελέχωσης όλων των δημόσιων υπηρεσιών.  Και αυτή η θεσμική και χρονική προϋπόθεση  απέρρεε από το Μνημόνιο, όπου ήταν ρητά γραμμένη.
Η ιδέα της κινητικότητας παρουσιάστηκε στην Τρόικα τον Νοέμβριο του 2012, όταν ήταν ακόμη στα σπάργανα, ως αντιστάθμισμα στις αθρόες και οριζόντιες απολύσεις στο Δημόσιο, που ζητούμε επίμονα και με μανία προσωπικά ο Τόμσεν. Αλλά και ως αποφασιστικό μέσο κάλυψης επιτακτικών αναγκών και κενών από τις συνταξιοδοτήσεις.
Οι δογματικές εμμονές της Τρόικας και η «ηθική» των μονομερών διαπραγματεύσεων.
Η Τρόικα είδε από την αρχή την κινητικότητα με κακό μάτι, με καχυποψία και επιφύλαξη. Γι΄ αυτό και φρόντισε από την αρχή να υπονομεύσει την Κινητικότητα,  βάζοντας στα θεμέλιά της μια νάρκη. Ζήτησε και επέβαλε ρήτρα απολύσεων, σύμφωνα με την οποία ένα «μεγάλο μέρος» των μετακινουμένων υπαλλήλων θα έπρεπε να οδηγηθεί οπωσδήποτε σε  αναγκαστική αποχώρηση.
Στις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις του Φεβρουαρίου-Μαΐου καταφέραμε μεταξύ των άλλων –μαζί με την εθελούσια έξοδο με εξαγορά πλασματικού χρόνου και  με τη δυνατότητα να προσλαμβάνουμε 1 νέο και προσοντούχο υπάλληλο που έχει κριθεί από το ΑΣΕΠ για κάθε 1 υπάλληλο που θα οδηγούνταν στην έξοδο από το Δημόσιο με αναγκαστική αποχώρηση– να αποσυνδεθούν οι αναγκαστικές αποχωρήσεις από την Κινητικότητα των υπαλλήλων και τα δύο αυτά μεγέθη να κινούνται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο:  15.000 αποχωρήσεις από τη μία μεριά, 25.000 μετακινήσεις από την άλλη. Η κινητικότητα, απελευθερωμένη από το άγος των αναγκαστικών αποχωρήσεων, μπορούσε έτσι να αφιερωθεί στον βασικό σκοπό της, που ήταν η μετακίνηση-μετάταξη των υπαλλήλωνόπως το συμφέρον της υπηρεσίας και η καλλίτερη αξιοποίηση του υπάλληλου το απαιτεί, και όπως η εργασιακή του φυσιογνωμία το δικαιολογεί.
Προσηλωμένη όπως είναι στους δημοσιονομικούς στόχους και αναγκασμένη να ομιλεί και να εκφράζεται μόνο με αριθμούς, προθεσμίες και ποσοτικούς στόχους, η Τρόικα δεν ενδιαφέρθηκε ούτε κατάφερε να  αξιολογήσει τη διαρθρωτική σημασία της κινητικότητας για τη διοικητική μεταρρύθμιση, πολύ περισσότερο που ήταν έργο της Task Force και όχι δικό της. Γι΄ αυτό και όταν ένα μήνα μετά τη λήξη  των διαπραγματεύσεων για τη δόση του Μαΐου  ξαναγύρισε και  διαπίστωσε ότι οσχεδιασμός της κινητικότητας επέβαλλε η εφαρμογή της να καθυστερήσει λίγο ακόμη έσπευσε αμέσως, από την πρώτη μέρα των διαπραγματεύσεων –αρχές Ιουνίου- να συνδέσει την άμεση επίτευξη του ποσοτικού στόχου της μετακίνησης 12.500 χιλιάδων υπαλλήλων με την καταβολή της δόσης του Ιουλίου. Ο Τόμσεν πήρε έτσι αναδρομικά και μονομερώς την εκδίκησή του και στραγγάλισε την Κινητικότητα, όταν διαπίστωσε μερικούς μήνες αργότερα, ότι την εννοούσαμε και την εφαρμόζαμε χωρίς την απειλή συλλογικών απολύσεων. ΄Εφερε έτσι την κινητικότητα αντιμέτωπη με τις απολύσεις, και το ελληνικό δημόσιο αντιμέτωπο με την παραλυσία και τη διάλυση.
Η ξαφνική αναγωγή του στόχου των 12.500 υπαλλήλων σε προαπαιτούμενη ενέργεια (prior action) καταβολής της δόσης  ήταν χωρίς αμφιβολία προσχηματική: ερχόταν να καλύψει τρύπες και υστερήσεις σοβαρές στον προϋπολογισμό και «αναπάντεχα» δημοσιονομικά ελλείμματα, που δεν οφείλονταν μόνο στις αστοχίες του οικονομικού επιτελείου αλλά και στον ίδιο το σχεδιασμό του προγράμματος. Διότι πώς αλλιώς μπορεί  να εξηγηθεί ότι μια μεταρρυθμιστική δράση που δεν έχει καμία απολύτως δημοσιονομική επίπτωση γίνεται προϋπόθεση καταβολής δόσης; Κανένας λόγος δεν υπάρχει που να δικαιολογεί της αναγωγή της Κινητικότητας σε προαπαιτούμενη της δόσης ενέργεια, καθώς και την ανάμειξη της Τρόικας σε διαρθρωτικού χαρακτήρα μέτρα για το δημόσιο, όταν μάλιστα η Ελληνική Κυβέρνηση έχει υπογράψει με την Ομάδα δράσης για την Ελλάδα και τη Γαλλία διεθνή συμφωνία για τη Μεταρρύθμιση στο Ελληνικό Δημόσιο.
Αυτή η σκληρή διαπραγματευτική πρακτική δεν πρέπει να μας εκπλήσσει. Η Τρόικα προφανώς γνώριζε ότι ο στόχος της μετακίνησης 12.500 χιλιάδων υπαλλήλων μέχρι τα τέλη Ιουνίου ήταν  ανέφικτος και μη ρεαλιστικός και γνώριζε ακόμη, από την ανταλλαγή των σχετικών επιστολών, ότι η κινητικότητα για να πραγματοποιηθεί προϋποθέτει εντοπισμό, μετά από εκθέσεις αξιολόγησης και σχέδια στελέχωσης, θέσεων που πλεονάζουν,  κατάργηση αυτών των θέσεων και ταυτοποίηση των υπαλλήλων που αντιστοιχούν στις θέσεις για να μπούν στο σχήμα της κινητικότητας. Τέλος η μετακίνηση των υπαλλήλων και η θέση αυτών στο σχήμα της κινητικότητας προϋποθέτει, ακόμη, όπως είπαμε, ήδη, τον εντοπισμό των κενών θέσεων και την καταγραφή των αναγκών προς κάλυψη.  Διαφορετικά η θέση των υπαλλήλων σε διαθεσιμότητα ισοδυναμεί με προαναγγελία απολύσεων.Κινητικότητα με το φόβητρο της απόλυσης, χωρίς καμία εγγύηση μετάταξης και με την υπηρεσιακή αβεβαιότητα της διαθεσιμότητας, μόνο φόβο και καχυποψία δημιουργεί και προκαλεί στάση αρνητική και απόρριψη.
Ζητώντας να γίνουν σε λίγες μόνον εβδομάδες χιλιάδες μετακινήσεις, χωρίς προηγούμενη αξιολόγηση δομών και σχέδια στελέχωσης, χωρίς περιγράμματα θέσεων και αποτίμηση προσόντων και χωρίς προηγούμενο εντοπισμό και γνωστοποίηση στους μετακινούμενους των κενών θέσεων και αναγκών που πρόκειται να καλύψουν,  η Τρόικα ζητά στην πραγματικότητα κάτι το ανεκπλήρωτο ή παρανοϊκό: να μεταφερθούν με νόμο, μαζικά, χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, σε τρείς μήνες, μέσα στο καλοκαίρι, χωρίς να το γνωρίζουν και χωρίς να το θέλουν, μόνο και μόνο γιατί γράφτηκε στο μνημόνιο ένας ποσοτικός  στόχος και γιατί δεν τηρήθηκε από τους εκπροσώπους των οφειλετών η προγραμματισμένη ημέρα (!) μετακίνησής τους, λες και πρόκειται να μεταφερθούν μουλάρια ή ντομάτες και πατάτες  σε σακιά.
Η Τρόικα συνηθίζει να θέτει ποσοτικούς στόχους στην ελληνική Κυβέρνηση που γνωρίζει ότι είναι ανέφικτοι ή ανεκπλήρωτοι, μόνο και μόνο για να μπορεί να εκβιάζει και επιρρίπτει τις ευθύνες της μη εκπλήρωσης τους στην αναξιοπιστία και ανικανότητα ή αβουλία για μεταρρυθμίσεις των ελληνικών αρχών και βέβαια για να δικαιολογεί τα δικά της προγραμματικά λάθη, αδιαφορώντας για τις διαρθρωτικές αλλαγές στο δημόσιο και για την κατάληξή τους.
Αυτό που κατάλαβα μετά από ένα χρόνο διαπραγματεύσεων με την Τρόικα  είναι ότι δεν την ενδιαφέρουν τόσο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσο η άμεση πραγμάτωση των ποσοτικών στόχων του δημοσιονομικού προγράμματός της. Αδιαφορεί για την πραγματοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που απαιτούν χρόνο και συστηματική προσπάθεια. Απαιτώντας την επίτευξη πάση θυσία στόχων ποσοτικών, σε πιεστικές προθεσμίες, ωθεί και εξαναγκάζει την ελληνική κυβέρνηση στη λήψη μέτρων βιαστικών, αμελέτητων και τελικά ανεφάρμοστων. Οδηγεί το δημόσιο σε παράλυση και διάλυση και ακυρώνει εξ αποτελέσματος κάθε σοβαρή μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Καταπολεμώντας βίαια την υπαρκτή και αναντίρρητη διαχρονική φαυλότητα, εκτρέφει τον αυταρχισμό και τελικά την κοινωνική αντίδραση στις μεταρρυθμίσεις. Διαιωνίζει έτσι το δίλημμα αυταρχισμός ή φαυλότητα.   Αδιαφορώντας πλήρως για τη δημοκρατική ομαλότητα και την κοινωνική ειρήνη  στη χώρα, και βέβαια για τα ατέλειωτα βάσανα του ελληνικού λαού, που εξαιτίας της δεν παίρνουν τέλος, η Τρόικα εκτρέφει συνειδητά με τις  ανέφικτες και μη ρεαλιστικές απαιτήσεις της την απαισιοδοξία, την απόγνωση, την απογοήτευση,  και τελικά τον πολιτικό αυταρχισμό και τον κοινωνικό εκφασισμό.    Δεν φρονηματίζεις έναν λαό με την απειλή της φτώχιας –αφού άλλωστε ούτως ή άλλως φτωχαίνει–  εκβιάζοντάς τον συνεχώς με τρόπο κυνικό και σκαιό ότι θα τον αφήσεις να πεθάνει από την πείνα ,  κουνώντας το μαστίγιο της τιμωρίας και ποδοπατώντας συνεχώς την εθνική του αξιοπρέπεια.
Άξιοι της μοίρας μας αλλά και υπεύθυνοι της τύχης των μεταρρυθμίσεων
Το ξέρω, εμείς και μόνο εμείς, ως χώρα, ως πολιτικό σύστημα, ως λαός και κυρίως ως πολιτική εξουσία, είμαστε υπεύθυνοι –όχι όλοι και όχι στον ίδιο βαθμό– για αυτή την εθνική κατάντια και την κοινωνική καταστροφή. Ξέρω ακόμη ότι είμαστε καταδικασμένοι να διαπραγματευόμαστε, δεν έχουμε άλλα όπλα, αλλά ναδιαπραγματευόμαστε συστηματικά, οργανωμένα και επίμονα και όχι να βγάζει ο ένας το μάτι του άλλου και να ρίχνει ο ένας την ευθύνη στον άλλο. Μας περισσεύουν  τα μεγάλα λόγια περί της μεταρρύθμισης ή της ανατροπής, οι  Κασσάνδρες δεινών και οι πολιτικοί εισαγγελείς, οι  παντογνώστες και οι κήνσορες της οικονομίας και της πολιτικής. Σπανίζουν δυστυχώς οι  ταπεινοί  εργάτες των διοικητικών μεταρρυθμίσεων, οι σιωπηλοί οικοδόμοι της αναστήλωσης του κράτους, οι πρωτεργάτες της εθνικής συνεννόησης, ακόμη και οι εθνικοί σχεδιαστές μιας ρεαλιστικής ουτοπίας.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, όμως, όπως μαζί, όλοι μαζί, ανεξάρτητα από τον επιμερισμό των ευθυνών, καταστραφήκαμε και ως σύνολο συμπάσχουμε,  μαζί, όλοι μαζί ως οργανωμένο σύνολο και ως Πολιτεία, μπορούμε να σωθούμε. Δεν θα μας σώσουν ούτε οι μεσσίες της πολιτικής ούτε οι τεχνοκράτες διεθνών πιστωτικών οργανισμών.   Όπως είμαστε άξιοι της μοίρας μας, είμαστε και υπεύθυνοι της κοινής μας, τύχης. Ας δείξουμε στους ευρωπαίους εταίρους μας και κυρίως στον εαυτό μας ότι είμαστε άξιοι μιας καλλίτερης μοίρας, καταστρώνοντας σχέδια μεταρρυθμιστικά επεξεργασμένα και αξιόπιστα, ρεαλιστικά της πολιτικής μας ανοικοδόμησης.
Προς το παρόν, απέναντι στην Τρόικα και μπροστά στο έλεος των δανειστών, χρειάζεται να καταστρωθεί μια εθνική στρατηγική διαπραγμάτευσης. Να συγκροτηθεί εθνική επιτροπή, καλά στελεχωμένη, διαπραγμάτευσης. Ας συνεννοηθούμε μεταξύ μας, ως Πολιτεία και ως πολιτική εξουσία, και ας αποκρούσουμε  τις εκβιαστικές προτάσεις τους με αντιπροτάσεις, με πειστικά επιχειρήματα, ενωμένοι και συντονισμένοι, ας προβάλλουμε τις  δικές μας εναλλακτικές μεταρρυθμιστικές προτάσεις, καλά προετοιμασμένοι και με επιμονή. Προτάσεις συγκεκριμένες, πραγματοποιήσιμες, απτές, χωρίς κραυγές και μίση ή ιδεολογικά φληναφήματα και γενικολογίες.
Να διεκδικήσουμε με πάθος τις αναγκαίες ριζοσπαστικές και άρτια σχεδιασμένες μεταρρυθμίσεις, έχοντας όμως και πλήρη συνείδηση ότι μεταρρυθμίσεις  με αυτό το κλίμα μίσους, εμφύλιου σπαραγμού  και εκφοβισμού δύσκολα σχεδιάζονται και ακόμη πιο δύσκολα πραγματοποιούνται. Το κλίμα αυτό εκτρέφει τη βία και τελικά διαιωνίζει τη φαυλότητα,  την ανευθυνότητα και  την πελατοκρατία – και τα δύο μαζί  τον πολιτικό αυταρχισμό και τον εκφασισμό.
Το παράδειγμα της Κινητικότητας των δημοσίων υπαλλήλων δείχνει, πιστεύω, και σε αυτό συμπυκνώνεται η σύντομη εμπειρία μου, ότι οι τόσο αναγκαίες και επιτακτικές, ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές στο Δημόσιο μπορούν και πρέπει να γίνουν το συντομότερο δυνατόν από το ίδιο το Δημόσιο και με τη συμμετοχή του. Να γίνουν, πρώτα, κτήμα των δημοσίων υπαλλήλων και να σχεδιαστούν, να ετοιμαστούν  σωστά, αξιοκρατικά, με αξιολόγηση δομών και αξιολόγηση επίδοσης του προσωπικού, με σχέδια στελέχωσης και περιγράμματα θέσεων, με νέα μικρά οργανογράμματα, ευέλικτα και λειτουργικά, με πνεύμα αντιγραφειοκρατικό και κυρίως νομικού αντιφορμαλισμού, ασυμβίβαστα αντίθετου στον άκρατο και παραλυτικό νομικισμό του παρελθόντος.
Αυτό όμως που δείχνει ακόμη, αυτό που φωνάζει το παράδειγμα της κινητικότητας, είναι ότι η Μεταρρύθμιση δεν μπορεί να εδραιωθεί και να ριζώσει όταν στηρίζεται στη βία των οπαδών του αυταρχισμού, στη βιασύνη των εκπροσώπων των πιστωτών και πολύ περισσότερο όταν, ταυτόχρονα, υπονομεύεται ή επιβραδύνεται από τους θεσμικούς συντελεστές  της φαυλότητας και της  κομματοκρατούμενης συνδικαλιστικής πατρωνίας.
Το αντίδοτο στην υπαρκτή φαυλότητα και ανευθυνότητα της Μεταπολίτευσης δεν είναι, πάντως,  η πειθαρχία του τρόμου που θέλει να επιβληθεί πάση θυσία από τους ισχυρούς της ημέρας, ούτε μια Μεταρρύθμιση από τα πάνω αποτυπωμένη σε νόμους μεγαλεπήβολους και μεγαλόστομους χωρίς δοκιμασία στην πράξη και χωρίς τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων. Η χώρα έχει ανάγκη από ένα συλλογικό όραμα ενός Κράτους ισχυρού και δίκαιου, που συναντά όμως μεγάλη συναίνεση και μιας Διοίκησης συμμαζεμένης, πειθαρχημένης, ευέλικτης, χρηστής, αποδοτικής και αποτελεσματικής, που είναι σεβαστή, επειδή είναι ακομμάτιστη ή πολιτικά ουδέτερη,  από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Πηγή: http://metarithmisi.gr

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Δημοσκόπηση VPRC: Για πρώτη φορά εκτός Βουλής η ΔΗΜΑΡ!

Δημοσκόπηση VPRC: Για πρώτη φορά εκτός Βουλής η ΔΗΜΑΡ!

  • 1669
     
psifodeltia3.jpg
Για πρώτη φορά μετά την αποχώρηση της Δημοκρατικής Αριστεράς από την τρικομματική κυβέρνηση, το κόμμα του Φώτη Κουβέλη βρίσκεται δημοσκοπικά εκτός Βουλής.
Στη μάχη της πρωτιάς, ο ΣΥΡΙΖΑ, υποχωρεί από το 29% του Ιουνίου στο 28,5%, ωστόσο, παραμένει οριακά μπροστά από τη Νέα Δημοκρατία, η οποία πάντως, έχει αυξημένα ποσοστά.
Αναλυτικά, στην πρόθεση ψήφου η κατάταξη των κομμάτων στη δημοσκόπηση της VPRC για το tvxs έχει ως εξής:
ΣΥΡΙΖΑ 28,5%
ΝΔ 28%
ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ 14,5%
ΚΚΕ 7,5%
ΠΑΣΟΚ 7%
ΑΝΕΛ 5,5%
ΔΗΜΑΡ 2,5%
ΑΛΛΟ ΚΟΜΜΑ 6,5%
tvxs-535x287.jpg
Παράλληλα, εκτός Βουλής αλλά με ικανοποιητικά ποσοστά ανιχνεύονται:
ΛΑΟΣ 1%
ΑΝΤΑΡΣΥΑ 1,5%
ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ 1,5%
ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΞΑΝΑ 0,5%
ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ 2%
Σε σχέση με την Νέα Δημοκρατία, ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνώμη για το κλείσιμο της ΕΡΤ, το οποίο συνεχίζει να βρίσκει αντίθετη την μεγάλη πλειοψηφία (58% έναντι 30%).

865.000 γαλάζιες προσλήψεις με τη βούλα Παυλόπουλου! εφημ.τα ΝΕΑ

865.000 γαλάζιες προσλήψεις με τη βούλα Παυλόπουλου!

  | ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 08:00 |
865.000 γαλάζιες προσλήψεις με τη βούλα Παυλόπουλου!

Στα «γαλάζια παιδιά», που πήραν εισιτήριο διορισμού σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες κατά την πενταετία διακυβέρνησης Καραμανλή, αποδίδουν σε μεγάλο βαθμό στελέχη του Δημοσίου τις τωρινές απαιτήσεις της τρόικας για απολύσεις και περιορισμό υπηρεσιών και προσωπικού. Κατά το διάστημα 2004-2009 και με τη βούλα του τότε υπουργού Δημόσιας Διοίκησης Προκόπη Παυλόπουλου, που ενέκρινε τις σχετικές αποφάσεις, έγιναν περισσότερες από 865.000 προσλήψεις δημοσίων υπαλλήλων. Πρόκειται για αριθμό που αντιστοιχεί στο 129% του σημερινού υπηρετούντος προσωπικού, με δεδομένο ότι σε όλο τον δημόσιο τομέα απασχολούνται τώρα περίπου 670.000 υπάλληλοι.
Στην πλειονότητά τους, μάλιστα, οι προσλήψεις που έγιναν την περίοδο εκείνη δεν πέρασαν από τις αντικειμενικές διαδικασίες του ΑΣΕΠ. Ενδεικτικό είναι πως έξι στις δέκα προσλήψεις ήταν για υπαλλήλους με σύμβαση έργου ή ορισμένου χρόνου, οι διαδικασίες για τις οποίες δεν υπάγονταν τότε στον έλεγχο της ανεξάρτητης Αρχής. Αποτέλεσμα ήταν - όπως είχε καταγγελθεί - στις προκηρύξεις να περιλαμβάνονται φωτογραφικά κριτήρια που οδηγούσαν στην επιλογή ημετέρων. Αντιθέτως, μόνο δύο στις δέκα προσλήψεις αφορούσαν μόνιμο προσωπικό, για το οποίο οι φορείς ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν διαφανείς διαδικασίες. Ωστόσο, και σε αυτή την περίπτωση καθιερώθηκε η προφορική συνέντευξη. Η απουσία συγκεκριμένου αντικειμενικού πλαισίου για τη διενέργειά της είχε ως κατάληξη να λειτουργήσει απλώς ως μέσο πριμοδότησης των «γαλάζιων παιδιών».
Παράλληλα, με το Προεδρικό Διάταγμα Παυλόπουλου κατέστη δυνατή η μονιμοποίηση 35.240 συμβασιούχων που απασχολούνταν στο Δημόσιο. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδιζε τους τότε κυβερνώντες να δημιουργήσουν νέες γενιές συμβασιούχων.
Είναι χαρακτηριστικό πως την πενταετία Καραμανλή προσλαμβάνονταν κατά μέσο όρο ετησίως περίπου 98.400 συμβασιούχοι, αριθμός υπερδιπλάσιος των σημερινών 45.600 απασχολουμένων ως συμβασιούχων.

Της ημετέρας παιδείας μετέχοντες του Ορέστη Καλογήρου

Της ημετέρας παιδείας μετέχοντες


του Ορέστη Καλογήρου από τη "Μακεδονία"

Ως κάτοικος της Περαίας χρησιμοποιώ συχνά-πυκνά την αστική συγκοινωνία. Στο λεωφορείο γίνεται κανείς άθελά του ωτακουστής πολλών ιστοριών.

Πριν από μια εβδομάδα στο λεωφορείο της γραμμής προς τη Μηχανιώνα μια παρέα 6-7 χαρούμενα κορίτσια και αγόρια πήγαιναν στη θάλασσα. Σε μια στιγμή άρχισαν να συζητούν «πολιτικά». «Ο δικός μας τουλάχιστον κάτι έκανε. Να δούμε τι θα κάνει ο δικός σας τώρα», λέει ένα κορίτσι. Το αγόρι αμύνεται. Η κοπέλα συνεχίζει ακάθεκτη. «Ο δικός μας έφτιαξε έργα στο χωριό μου, έκανε δρόμους σε όλη την περιοχή του Ελμπασάν». Συνειδητοποιώ ότι μιλάνε για τον Σαλί Μπερίσα και τον Έντι Ράμα! Σε άπταιστα ρέοντα ελληνικά. Ύστερα στρέφουν αυθόρμητα και αβίαστα τη συζήτηση στο μνημόνιο, ανακατεύουν τα ονόματα Παπανδρέου, Σαμαράς, Καμμένος. Απολαμβάνω τη συζήτηση. Φεύγοντας, τους λέω, χαίρομαι που έχετε δύο πατρίδες και τις αγαπάτε και τις δύο. Τα πρόσωπά τους φωτίστηκαν από χαρά. Από τους επτά ο ένας μου λέει «εγώ έχω μόνο μία πατρίδα». Είδες, του λέω, τι θα πει να είσαι μειονότητα; Τα υπόλοιπα σκάνε στα γέλια. Μόλις τελείωσαν το λύκειο. «Από τον Οκτώβριο συνεχίζουμε τις σπουδές» μου λένε με καμάρι, εννοώντας ότι σε κάποια σχολή πέρασαν. Στην κυριολεξία μου έφτιαξαν τη μέρα. Τα παιδιά αυτά έχουν και τιμούν δύο πατρίδες, όπως εκατοντάδες χιλιάδες Ελληνόπουλα σε δεκάδες χώρες το κόσμου. Υπάρχουν όμως παιδιά σαν κι αυτά που έχουν γνωρίσει μόνο μια πατρίδα, την Ελλάδα, τη χώρα που γεννήθηκαν, μεγάλωσαν, πήγαν στο σχολείο, σπούδασαν, αλλά που στερούνται το πιο πολύτιμο αγαθό της προσωπικότητάς τους, την ιθαγένεια της μοναδικής τους πατρίδας, της Ελλάδας. Ξεχασμένα επί δεκαετίες από την επίσημη πολιτεία, τα τελευταία χρόνια έγιναν αντικείμενο μικροπολιτικής εκμετάλλευσης. Πριν από λίγους μήνες το ΣτΕ ενταφίασε τις ελπίδες δεκάδων χιλιάδων παιδιών που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, προτάσσοντας το δίκαιο του αίματος, έναντι του δικαίου του εδάφους, όταν ακύρωσε τις προβλέψεις του νόμου Ραγκούση. Η ιστορία αυτών των παιδιών ήρθε και πάλι στη δημοσιότητα μέσα από το παράξενο όνομα ενός 18χρονου Ελληνόπουλου, του Γιάννη, που έγινε γνωστό στο πανελλήνιο όταν επιλέχθηκε ως ταλαντούχος αθλητής από ομάδα του περίφημου πρωταθλήματος μπάσκετ των ΗΠΑ. Η οικογένειά του με το παράξενο όνομα Αντενοκούμπο ήρθε από τη Νιγηρία στην Ελλάδα το 1992. Ο Γιάννης, που γεννήθηκε εδώ το 1994, θα είχε τη μοίρα των χιλιάδων Ελληνόπουλων που η Ελλάδα τα αφήνει χωρίς την πατρίδα τους, αν δεν είχε την τεράστια θέληση και το ταλέντο. Η ιστορία επαναλαμβάνεται έπειτα από είκοσι χρόνια. Όταν ο ελληνικός αθλητισμός, υποκριτικά, στηριζόταν στο ταλέντο των παιδιών από την Αλβανία και τη Γεωργία, για να καταλαμβάνει θέσεις στο παγκόσμιο αθλητικό στερέωμα. Στο πιο διάσημο πανεπιστήμιο του κόσμου, στο Harvard, φοιτούν περίπου 40 φοιτητές/τριες «χωρίς χαρτιά» κάθε χρόνο. Στις ΗΠΑ προωθείται ένα μεγάλο πρόγραμμα νομιμοποίησης μεταναστών, με ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία ειδικής κατηγορίας δικαιούχων πράσινης κάρτας για αλλοδαπούς αποφοίτους αμερικανικών πανεπιστημίων με διετή Masters ή διδακτορικό δίπλωμα, σε επιστημονικά, τεχνολογικά, μηχανικά, μαθηματικά και βιολογικά αντικείμενα. Η Ελλάδα καταδικάζει δεκάδες χιλιάδες δικά της παιδιά να μείνουν για πάντα άνθρωποι χωρίς πατρίδα. Η χώρα καταστρέφει τον πλούτο της.
Ο Ορέστης Καλογήρου είναι καθηγητής ΑΠΘ

Είμαστε έμπειροι, αρκετά αμαρτωλοί και μπορούμε και σας διαβάζουμε Γιάννης Αντωνίου

Είμαστε έμπειροι, αρκετά αμαρτωλοί και μπορούμε και σας διαβάζουμε


Γιάννης Αντωνίου
H ομιλία στην ΚΕ της ΔΗΜΑΡ (2/07/13)

Επιχειρώντας ένα σύντομο αναστοχασμό σχετικά με την ιστορική απόφαση της συμμετοχής της ΔΗΜΑΡ στην τρικομματική κυβέρνηση αλλά και τη στροφή της εξόδου απ’ αυτήν στις 20 Ιουνίου, έχω να επισημάνω τα εξής.
Αν μένει κάτι απ’ όλη αυτή την ιστορία είναι αυτή καθαυτή η συμμετοχή. Και αυτό γιατί στο πεδίο του συμβολικού και του ουσιαστικού:
·         έδωσε σάρκα και οστά στη ρητορεία περί αριστεράς της ευθύνης
·         συνέβαλε αποφασιστικά στην αποφυγή της χρεοκοπίας
·         υπήρξε τεκμήριο αταλάντευτου ευρωπαϊσμού
·         προσέφερε αποθέματα ηθικής νομιμοποίησης στο όλο εγχείρημα που δεν                         
          διέθεταν οι άλλοι δύο εταίροι
·         αποτέλεσε τομή  στην παράδοση του αριστερού αρνητισμού.

Ωστόσο, πέραν της συμβολικής και ουσιαστικής αξίας της συμμετοχής, ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί, με κάποιες εξαιρέσεις είναι αλήθεια, να βρει τα στοιχεία της έμπρακτης κυβερνητικής συμβολής της ΔΗΜΑΡ στον ένα χρόνο παραμονής της στην κυβέρνηση. Είναι αλήθεια ότι υπήρξαν κάποιες πρωτοβουλίες στελεχών μας, κάποια σχέδια, κάποιες δηλώσεις καλών προθέσεων, κάποιες εναλλακτικές μεταρρυθμιστικών προτάσεων, άλλοτε ανεπαρκείς, κάποιες φορές εκτός τόπου και χρόνου, πολλές φορές προσχηματικές, αυτές με το πρόσημο ξέρετε, έτσι για να αποφύγουμε την κατηγορία ότι λέμε όχι χωρίς αντιπρόταση. Φοβάμαι όμως ότι στα μεγάλα θέματα, κυρίως αυτά που σχετίζονταν με τη μεταρρύθμιση του κράτους, παίξαμε κατά βάση αντιμεταρρυθμιστικό κατενάτσιο.

Κωδικοποιώντας κάποιους από τους λόγους αυτής της υστέρησης αναφέρομαι ενδεικτικά:

α. Στην απουσία μεταρρυθμιστικού σχεδίου και βούλησης, παρά τη ρητορεία περί επισπεύδουσας δύναμης των μεταρρυθμίσεων.
β. Στην αβάστακτη ελαφρότητα αντιμετώπισης της βαριάς αποστολής που αναλαμβάναμε με την απόφαση της συμμετοχής. Αντί να ανοίξουμε, όπως ήταν αναγκαίο, σε ειδικούς, σε αναβαθμισμένα όργανα και λειτουργίες, κλειστήκαμε στην πανθομολογούμενη ανεπάρκεια των ιδίων δυνάμεων. Από κάποιους ίσως το εγχείρημα βιώθηκε ως ταξιδάκι αναψυχής, ένα σύντομο φλερτ με την άσκηση εξουσίας, που όταν τα πράγματα άρχισαν να σφίγγουν πήραν το πλοίο της επιστροφής.
γ. Στο κρυφτούλι πίσω από το θεσμικό χυλό που στη μακρά διάρκεια μορφοποίησε και κατοχύρωσε το πλέγμα των πελατειακών σχέσεων και το δημοσιοϋπαλληλικό Λεβιάθαν. Φτάσαμε να ονομάζουμε δημοκρατική νομιμότητα το τέρας που αποτελεί δομικό στοιχείο της κρίσης, τάσσοντας εαυτούς στην υπηρεσία της υπεράσπισής του. Η χθεσινή ομιλία του Αντώνη Ρουπακιώτη στην Κ.Ε. νομίζω ότι επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. 
δ. Στην καλλιέργεια μιας εντύπωσης που σταδιακά γινόταν όλο και πιο έντονη ότι η συμμετοχή στην κυβέρνηση είναι απλώς το απότοκο των εκτάκτων συνθηκών, μία παρεκτροπή από τον πολιτικό αταβισμό του αριστερού αντιπολιτευτισμού που πρέπει να τελειώνει όσο πιο γρήγορα γίνεται. Φτάσανε μάλιστα κάποιοι να ισχυρίζονται ότι η οριακή βελτίωση κάποιων μακροοικονομικών δεικτών και η σχετική ανάκτηση της αξιοπιστίας της χώρας σημαίνει και παύση του συναγερμού.

Είναι όμως σε μεγάλο βαθμό η δική μας υστέρηση, πολιτική, προγραμματική, στελεχική και ο παρατεταμένος μετεωρισμός ανάμεσα στη συνείδηση της αναγκαιότητας των μεταρρυθμίσεων και την υπεράσπιση των ιερών αγελάδων του κρατισμού που άφησε ουσιαστικά ελεύθερο το πεδίο στην άσκηση μονοκομματικής κυβερνητικής πολιτικής από τη ΝΔ. Προϊόντος του χρόνου, η στρατηγική της εξόδου, αποκτούσε πια τα χαρακτηριστικά μονόδρομου. Η προοπτική αυτή είχε διαφανεί με το αντιρατσιστικό. Οι ανοησίες όμως με τους Πόντιους και το Ζάλογγο ακύρωσαν τα όποια σχέδια. Τελικά ήταν η υπόθεση ΕΡΤ που έδωσε την ευκαιρία του τελικού σαλπίσματος για την έξοδο με μεθοδεύσεις που ελέγχονται σοβαρά για τη διαφάνεια και την εσωκομματική νομιμότητα.
Το άλμα στο κενό έγινε, όπως εναγωνίως επισημάναμε στη δημόσια δήλωσή μας τα 4 μέλη της Ε.Ε. που καταψηφίσαμε την απόφαση της εξόδου. Φοβάμαι ότι τα εξαγγελλόμενα περί προγραμματικής αντιπολίτευσης, περί τρίτου πόλου, περί δημοκρατικού σοσιαλισμού, περί ανασυγκρότησης του χώρου της κεντροαριστεράς με κορμό τη ΔΗΜΑΡ ή ακόμα χειρότερα  η σχιζοφρενική εκτίμηση ότι η αποχώρησή μας από την κυβέρνηση ανοίγει το δρόμο για την προώθηση μεταρρυθμίσεων με πρόσημο, που δεν είχαμε τη δυνατότητα να προωθήσουμε, όταν είμαστε εντός, δεν έχουν πολιτικό και κοινωνικό ακροατήριο.
Και αυτό γιατί η επιλογή αυτή οδηγεί φορσέ στη διολίσθηση της ΔΗΜΑΡ σε μία κατάσταση ήπιου ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο λόγω στρατηγικού κενού αλλά και λόγω  της φαντασίωσης κάποιων ότι εκεί μπορεί να αναζητηθεί το ύστατο καταφύγιο πολιτικής επιβίωσης. Όταν όμως οι άνθρωποι καλούνται να διαλέξουν ανάμεσα στο γνήσιο και το imitation και μάλιστα στην ίδια τιμή, το imitation δεν έχει καμία τύχη.
Αγαπητοί σύντροφοι, δεν είναι η ΕΡΤ, δεν είναι ο Σαμαράς, δεν είναι οι υπαρκτές προκλήσεις του μονοκομματικού ηγεμονισμού της ΝΔ που οδήγησαν στην απόφαση της εξόδου. Είναι ότι δεν αντέξατε την πρόκληση των μεγάλων ανατροπών. Το είπα στην Ε.Ε. και το επαναλαμβάνω και εδώ. Αντιλαμβάνομαι ότι για κάποιους το πρόβλημα είναι όχι μόνο ιδεολογικό αλλά και ανθρωπολογικό και για αυτό σε προσωπικό επίπεδο το σέβομαι, πολιτικά όμως δεν λέει τίποτα. Μέσα σ’ ένα βράδυ πετάξατε στα σκουπίδια το συγκριτικό πλεονέκτημα του κόμματος, την αναβαθμισμένη συμμετοχή στην κυβέρνηση. Εγκλωβιστήκατε στον κομματικό μικρόκοσμο σε μια στιγμή που η θέση μας στη πολιτική σκηνή και η προϊούσα διάλυση του ΠΑΣΟΚ μας έδιναν τη δυνατότητα να γίνουμε ο προνομιακός πόλος συσπείρωσης ευρύτερων δυνάμεων της κεντροαριστεράς. Η απόφαση της εξόδου ανάστησε το ΠΑΣΟΚ, ενώ εμείς έχουμε μπει σε φάση υπαρξιακής αγωνίας, με εμφανή τον κίνδυνο να δούμε τις δυνάμεις μας να σκορπίζονται εδώ και εκεί. Φοβάμαι ότι η βλάβη είναι ανήκεστος. Μια φίλη μου από χωριό χθες μου είπε ότι το χυμένο μαζεμένο δεν γίνεται.
Και ένα τελευταίο, μην ψάχνετε εσωτερικούς εχθρούς, συνομωσίες, συμφέροντα και όλη τη συναφή παπαρολογία που αποσκοπεί στην τόνωση του κομματικού πατριωτισμού. Είμαστε έμπειροι, αρκετά αμαρτωλοί και μπορούμε και σας διαβάζουμε. Μην παριστάνετε ότι τα πράγματα μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν ως είχαν, business as usual δηλαδή, γιατί αυτό απλώς δεν είναι δυνατόν. Η πολιτική όπως και η φύση απεχθάνεται το κενό. Η ανασυγκρότηση του μεταρρυθμιστικού χώρου αποτελεί κοινωνικό και πολιτικό αίτημα. Η φυγή προς τα πίσω δυστυχώς βγάζει τη ΔΗΜΑΡ έξω απ´ αυτήν την ελπιδοφόρα προοπτική. Εμείς όμως σε κάθε περίπτωση είμαστε έτοιμοι και παρόντες.
πηγή:

μη μαδάς τη μαργαρίτα