Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Το μεγάλο φαγοπότι του ΟΣΕ


ΤΡΊΤΗ, 26 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 2011

Το μεγάλο φαγοπότι του ΟΣΕ


Το μεγάλο φαγοπότι έφερε και την καταστροφή του Ελληνικού σιδηροδρόμου. Είναι όμως απαράδεκτο στο όνομα της μείωσης των ελλειμμάτων να διαλύεται το σιδηροδρομικό μας δίκτυο και ταυτόχρονα να μιλάμε για πράσινη ανάπτυξη και σεβασμό στο περιβάλλον. Σίγουρα μια άλλη λύση θα ήταν εφικτή. (Leo)
από το  @tovima : 
Ο κ. Αθ. Ζηλιασκόπουλος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, έχει διδάξει επί 16 έτη σε πανεπιστήμια της Αμερικής και της Ελλάδας, με ειδίκευση στη βελτιστοποίηση συστημάτων μεταφορών. Θα μπορούσε να έχει το τουπέ του ειδήμονα, αλλά είναι ένας απλός και εξαιρετικά ευγενικός άνθρωπος, ο οποίος δενέχει προδώσει τις ρίζες της καταγωγής του από 
το Θούριο Εβρου. Οταν προκηρύχθηκαν θέσεις μέσω του open.\gov,
αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να αφήσει τη θεωρία και να περάσει στη δράση.«Πιστεύω ότι μπορώ να σώσω τον ΟΣΕ, διαφορετικά δεν θα δεχόμουν τη θέση αυτή» 
έλεγε τις πρώτες ημέρες που βρέθηκε στην καρέκλα του επικεφαλής της ΤΡΑΙΝΟΣΕ. Οι συνομιλητές του τον αντιμετώπιζαν με συγκατάβαση. 
Εκείνος όμως μιλούσε με την πείρα πολλών ετών εργασίας στους αμερικανικούς σιδηροδρόμους. Εναν χρόνο αργότερα κατάφερε να μειώσει εντυπωσιακά το έλλειμμα του ΟΣΕ. Από 230 εκατ. ευρώ το έφθασε στα 55 εκατ. ευρώ. Ως το τέλοςτου έτους εκτιμά ότι ο ΟΣΕ θα μπορεί να παρουσιάσει τα πρώτα ευρώ κέρδους από την εποχή ίσως της ίδρυσής του! 
Oι αριθμοί, όσο εντυπωσιακοί και αν είναι, δεν μπορούν να αποτυπώσουν το μέγεθος της προσπάθειας την οποία καταβάλλει ο κ. Ζηλιασκόπουλος. Η σύγχρονη ιστορία του ελληνικού σιδηροδρόμου είναι ένα απίστευτο αφήγημα σκανδάλων, πελατειακών σχέσεων, πλιάτσικου και παραλογισμού. Μια μικρογραφία, δηλαδή, του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Το «ξήλωμα» του... παρα-ΟΣΕ που είχε θεριέψει στο πλάι του κανονικού Οργανισμού, ο οποίος ρήμαζε, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Χρειάστηκε να βάλει βαθιά το μαχαίρι ο κ. Ζηλιασκόπουλος, να υψώσει σθεναρή αντίσταση απέναντι σε αδίστακτα συμφέροντα ο υπουργός Μεταφορών κ. Δ. Ρέππας και να βάλουν πλάτη κόντρα στις πιέσεις συνδικαλιστικών στελεχών του ΠαΣοΚ ορισμένοι βουλευτές που γνώριζαν σε βάθος την υπόθεση, όπως ο κ. Γ. Φλωρίδης. Στην πορεία η υπόθεση εξυγίανσης του ΟΣΕ μετατράπηκε σε θρίλερ. Εκτοξεύτηκαν απειλές, σημαντικά έγγραφα φυγαδεύτηκαν από τις κεντρικές υπηρεσίες και κρύφτηκαν για λόγους ασφαλείας και κάποια παρακλάδια του θέματος έφθασαν ως το Μέγαρο Μαξίμου.

Η «Πρόοδος» των συνδικαλιστών 
Το πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται από την εταιρεία «Πρόοδος», την οποία είχαν συστήσει συνδικαλιστές του ΠαΣοΚ με διευθυντικές θέσεις στον ΟΣΕ το 1995. Το σύστημα με το οποίο δούλευε η εταιρεία ήταν απλό: όταν ένας πελάτης ενδιαφερόταν για μεγάλες μεταφορές, οι αρμόδιοι του ΟΣΕ του έλεγαν ότι ο Οργανισμός δεν έχει την κατάλληλη υποδομή και τον έσπρωχναν προς τους ιδιώτες. Αυτοί έπαιρναν τη δουλειά και στη συνέχεια ο ΟΣΕ... έβρισκε την υποδομή και διακινούσε τα εμπορεύματα με έκπτωση που έφθανε ως 87%! Η «Πρόοδος» είχε κέρδη περί τα 70 εκατ. ετησίως και ο ΟΣΕ συσσώρευε ζημιές.

Οταν το πάρτι σταμάτησε, οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες ώστε παρ΄ ολίγον να προκληθεί και διπλωματικό επεισόδιο. Σε κάποιο στάδιο της μεταφοράς εμπορευμάτων εμπλέκονταν και εταιρείες αυστριακών συμφερόντων. Οταν καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις τους, ο αυστριακός πρεσβευτής χτύπησε την πόρτα του κ. Ζηλιασκόπουλου. Ο πρόεδρος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ τον άκουσε και του απηύθυνε μόνο μία ερώτηση. «Πώς γίνεται οι αμοιβές για αντίστοιχες μεταφορές με τον αυστριακό σιδηρόδρομο να κοστίζουν 18 ευρώ και με τον ελληνικό 3,5 ευρώ;». Ο πρεσβευτής κατανόησε την κατάσταση και έφυγε χωρίς να πει τίποτε άλλο. Από την πρώτη ημέρα της θητείας του ο πρόεδρος της ΤΡΑΙΝΟΣΕ ασχολήθηκε μόνο με την περιστολή των δαπανών. Εβαλε φρένο στις σπατάλες συντήρησης του δικτύου και στις κλοπές των υλικών. Επανεξέτασε τα φαραωνικά έργα που είχαν προγραμματιστεί και κατήγγειλε συμβάσεις. Περπάτησε μόνος του τα τρία χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, το μοναδικό τμήμα της γραμμής που συνδέει τα Σκόπια με την Αθήνα που δεν είναι ηλεκτροφόρο και έλυσε το μυστήριο των «βαγονιών-φαντασμάτων». Τα βαγόνια οδηγούνταν σε μια αποθήκη έξω από τη Θεσσαλονίκη και χρησίμευαν ως αποθήκες, τις οποίες το κύκλωμα μίσθωνε σε ιδιώτες για τη φύλαξη των εμπορευμάτων αντί 50 ευρώ την ημέρα ανά βαγόνι. Συνολικά στην αποθήκη βρέθηκαν 700 βαγόνια. Ξενοίκιασε το κτίριο του Προαστιακού στην Κρατίνου, το οποίο κόστιζε 1 εκατ. ευρώ ετησίως, και εγκατέστησε το προσωπικό στο κτίριο της Καρόλου.

Οταν τελείωσαν τα σκάνδαλα ξεκίνησε ο παραλογισμός. Ο ΟΣΕ την 1η Μαρτίου 2008 υπέγραψε μια σύμβαση με την εταιρεία Wasteel Ηellas. Αντικείμενο η υποστήριξη των κλιναμαξών με προσωπικό. Μέσω ενός υπεργολάβου το προσωπικό αυτό έφθασε στα 60 άτομα, τα οποία, όπως προβλεπόταν στη συμφωνία, δεν τα πλήρωνε η εταιρεία αλλά ο... ΟΣΕ. Ο μηνιαίος μισθός του κάθε υπαλλήλου ήταν 4.000 ευρώ, με υπερωρίες, επιδόματα και τα δώρα. Το μηναίο κόστος για τον Οργανισμό ανερχόταν σε 250.000 ευρώ.

Η σύμβαση δεν μπορούσε να σταθεί. Οταν όμως ολοκληρώθηκε ο έλεγχος αναδύθηκαν και άλλες λεπτομέρειες. Από τα 60 άτομα εμφανίζονταν στη δουλειά τους μόνο 20. Οι υπόλοιποι ήταν άφαντοι. Επιπλέον δεν μπορούσε να εφαρμοστεί σε αυτούς η ρύθμιση για την περικοπή των μισθών που έγινε στο Δημόσιο επειδή τυπικά δεν ανήκαν στον ΟΣΕ.

Γιοι, κόρες και συγγενείς 
Ο κ. Ζηλιασκόπουλος αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση, η οποία λήγει στις 28 Φεβρουαρίου. Αμέσως άρχισε η κατάθεση επερωτήσεων στη Βουλή για απολύσεις στον ΟΣΕ. Επιπλέον, οι 60 υπάλληλοι απαιτούν πλήρη αποζημίωση από τον ΟΣΕ σε περίπτωση απόλυσής τους και απειλούν ότι θα διεκδικήσουν δικαστικώς την επαναπρόσληψή τους στον Οργανισμό! Αν χάνεται κάπου το νήμα της λογικής, αυτό συμβαίνει επειδή ο εσωτερικός έλεγχος αποκάλυψε κάτι ακόμη. Οι περισσότεροι από τους υπαλλήλους αυτούς είναι γιοι, κόρες και συγγενείς συνδικαλιστών του ΟΣΕ, κυρίως προσκείμενων στη ΝΔ, αλλά όχι μόνο.

Αυτά που έγιναν μέσα σε έναν χρόνο μπορούν να γεμίσουν ολόκληρους τόμους. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι το μέλλον. Και στο μέλλον θα πρέπει να εξαλειφθούν τα τελευταία 55 εκατ. ευρώ του ελλείμματος. Οι επιλογές είναι δύο: Αύξηση των εισιτηρίων σε ορισμένες γραμμές με χαμηλό κόστος ώστε να φθάσουν στο 80% της τιμής του εισιτηρίου ΚΤΕΛ. Τα προσδοκώμενα έσοδα υπολογίζονται σε 25 εκατ. ευρώ ετησίως. Επίσης, «κόβονται» οι πολύ ζημιογόνες γραμμές, π.χ. Πάτρα- Καλαμάτα, η οποία έχει κόστος λειτουργίας 7,5 εκατ. ευρώ για τη μεταφορά κατά μέσο όρο τριών επιβατών ημερησίως. Οταν ολοκληρωθούν οι μετατάξεις και η διαπραγμάτευση των συλλογικών συμβάσεων, υπάρχουν πολλά και φιλόδοξα σχέδια για την ανάπτυξη του σιδηροδρόμου ώστε να γίνει ανταγωνιστικός, όπως συμβαίνει σε όλη την Ευρώπη. Οι αγκυλώσεις του συστήματος όμως είναι τόσο μεγάλες ώστε σε ό,τι αφορά τον σιδηρόδρομο ισχύει η αρχαία ρήση «μηδένα προ του τέλους μακάριζε».

1,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο στοίχιζαν οι πληροφορίες για τα δρομολόγια! 
Χαρακτηριστικό παράδειγμα θεωρείται η σύμβαση με το «11888» του ΟΤΕ. Προκειμένου να δίνει η υπηρεσία του ΟΤΕ πληροφορίες για τα δρομολόγια των τρένων ο ΟΣΕ κατέβαλλε 1,5 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Το ποσό αυτό κάλυπτε τις ανάγκες μισθοδοσίας 60 τηλεφωνητών και τηλεφωνητριών, δηλαδή ολόκληρου του προσωπικού που απασχολούσε η υπηρεσία «11888». Η σύμβαση καταγγέλθηκε. Με την αγορά ενός τηλεφωνικού κέντρου αξίας 35.000 ευρώ και με 10 υπαλλήλους του ΟΣΕ οι πληροφορίες δρομολογίων λειτουργούν άψογα χρησιμοποιώντας τον αριθμό 1110. Το «11888» όμως δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Εχει στείλει δύο εξώδικα καταγγέλλοντας τη διακοπή της σύμβασης. Επιπλέον, οι τηλεφωνητές έδιναν στους ενδιαφερόμενους πολίτες το προσωπικό τηλέφωνο στο γραφείο του διευθύνοντος συμβούλου. Η κατάσταση είχε γίνει αφόρητη ώσπου να βρεθεί λύση. Δύο γραμματείς ανέλαβαν να δίνουν πληροφορίες για τα δρομολόγια. Επίσης, έφτιαξε υπηρεσία web ticketing αντί 300.000 ευρώ χρησιμοποιώντας το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και σπάζοντας μια σύμβαση 8 εκατ. ευρώ με ιδιωτική εταιρεία.

ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ 1986-ΦΟΥΚΟΥΣΙΜΑ 2011: 25 ΧΡΟΝΙΑ «ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ» ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ


ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ 1986-ΦΟΥΚΟΥΣΙΜΑ 2011: 25 ΧΡΟΝΙΑ «ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ» ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ

E-mailΕκτύπωσηPDF
Στις 26 Απριλίου 2011, συμπληρώνονται 25 χρόνια από την πυρηνική καταστροφή του Τσερνόμπιλ. Οι οδυνηρές επιπτώσεις στην υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων, ακόμη και σε μεγάλη απόσταση από την περιοχή του εργοστασίου παραγωγής πυρηνικής ενέργειας, είναι πασίγνωστες και διόλου αμελητέες – (χιλιάδες θάνατοι από καρκίνο και λευχαιμία, δραματική ποσοστιαία αύξηση καρκίνων, δυσπλασίες σε νεογέννητα…).

Απ’ ό,τι φαίνεται, τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα. Κράτη και επιχειρήσεις, με γνώμονα το κέρδος και δόλωμα τη δήθεν «καθαρή» και «φτηνή» ενέργεια (ας μην μιλήσουμε για τα πυρηνικά απόβλητα και το κόστος διαχείρισής τους…) εξακολουθούν να επενδύουν στην πυρηνική ενέργεια αψηφώντας τους θανάσιμους κινδύνους. Η εν εξελίξει πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας, μιας χώρας με προηγμένη τεχνολογία και πρωτοπόρου στην πολιτική προστασία, αποδεικνύει ότι ο πυρηνικός όλεθρος παραμονεύει πάντα, πέρα από τις όποιες επίσημες διαβεβαιώσεις και δεσμεύσεις.

Στη γειτονιά μας, μαύρα πυρηνικά σύννεφα σκιάζουν τον ορίζοντα. Εργοστάσια που ήδη λειτουργούν (το απαρχαιωμένο Κοζλοντούι στη Βουλγαρία) και άλλα που σχεδιάζονται για τα αμέσως επόμενα χρόνια (Τουρκία, Ρουμανία, FYROM, Βουλγαρία, Αλβανία), δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό πυρηνικής απειλής γύρω από την Ελλάδα. Οι παρούσες και οι επερχόμενες γενιές δεν μπορούν πλέον να αδιαφορούν.

25 χρόνια μετά το πρώτο καμπανάκι, το δεύτερο καμπανάκι ήχησε στη μακρινή(;) Ιαπωνία. Πριν είναι πολύ αργά, ας κάνουμε ό,τι επιβάλλει η κοινή λογική για την επιβίωση του είδους μας και του πλανήτη: ας βροντοφωνάξουμε όχι στα πυρηνικά εργοστάσια παραγωγής ενέργειας.
Είναι ένας αγώνας που οφείλουμε να κερδίσουμε.  

ΤΟΜΕΑΣ ΠΡΑΣΙΝΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ–
ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Δημοκρατική Αριστερά: Ανάμεσα στην πολιτική της χρήσιμης δύναμης και τον αριστερό αρνητισμό


Δημοκρατική Αριστερά: Ανάμεσα στην πολιτική της χρήσιμης δύναμης και τον αριστερό αρνητισμό



του Γιάννη Αντωνίου*

Ξέρω ότι δεν αποτελεί πρωτοτυπία ο ισχυρισμός ότι η Δημοκρατική Αριστερά είναι προϊόν της κρίσης. Την άποψη αυτή την έχω υποστηρίξει δημόσια και ιδιωτικά, όπως άλλωστε και πολλοί που μετέχουν στο κοινό πολιτικό μας εγχείρημα. 

Εκτός από τη μικροϊστορία των ενδοαριστερών εμφυλίων συγκρούσεων και τη φυσιολογική δυσανεξία για την τελεσίδικη κατάταξη του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ στο στρατόπεδο του αδιέξοδου κινηματισμού, τα μείζονα που νοηματοδότησαν και νομιμοποίησαν τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου στο χώρο της μεταρρυθμιστικής αριστεράς ήταν η χρεωκοπία της χώρας και η προϊούσα απαξίωση του πολιτικού συστήματος.

Το πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμαστε να δράσουμε είναι εξαιρετικά σύνθετο και αντιφατικό. Συνυπάρχουν συγκρατημένη συναίνεση, ανοχή αλλά και θυμός. 
Το αίτημα της επικράτησης ενός common sense για την εξισορρόπηση κοινωνικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων είναι υπαρκτό και ταυτόσημο όσο ποτέ με την ιδέα της κατίσχυσης αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. 
Άλλο τόσο όμως οι φαιές πρακτικές της βίας, της ανομίας και του ακραίου παραβατισμού στοιχειώνουν την καθημερινότητα της κοινωνίας.
Είναι πολλοί, πιθανόν η πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας, που φρικιά με τις τρομακτικές συνέπειες μιας κατάρρευσης, την ίδια στιγμή όμως ιδιοτέλειες και μασκαρεμένοι συντεχνιακοί εγωϊσμοί που υποδύονται τους υπερασπιστές του δημοσίου συμφέροντος σαρώνουν τη δημόσια σφαίρα. 
Σήμερα μπορεί κανείς να ανιχνεύσει πολύ περισσότερα δείγματα πολιτικής ωριμότητας στο λόγο δημόσιων προσώπων, ομάδων και κομμάτων συγκριτικά με το παρελθόν, χωρίς αμφιβολία όμως η δημαγωγία συνεχίζει ν’ αποτελεί το επικαθορίζον χαρακτηριστικό του πολιτικού discourse.


Εν πάση περιπτώσει το πολιτικό και κοινωνικό οικοδόμημα της μεταπολίτευσης μοιάζει να αντιστέκεται σθεναρά παρά τα ισχυρά πλήγματα που έχει δεχθεί, απειλώντας να συμπαρασύρει μαζί του στην άβυσσο και ολόκληρη τη χώρα. 
Ένα κρατικοδίαιτο πολιτικό σύστημα, κυβέρνηση και αντιπολίτευση, που πολιτεύτηκε και εν πολλοίς συνεχίζει να πολιτεύεται, ακόμα κι αυτήν την ύστατη ώρα της κρίσης, με όρους επιβίωσης και αναπαραγωγής. 
Ένα αυτιστικό σύστημα δημοσίων υπηρεσιών που κατέληξε να λειτουργεί μόνο για τον εαυτό του και ερήμην της κοινωνίας. 
Χρεοκοπημένες ∆ΕΚΟ, νοσοκοµεία κέντρα διαπλοκής, ΑΕΙ καταφύγια της βίας και του παραβατισμού, εκπαιδευτικό σύστημα στα όρια του απόλυτου εκπεσμού, κλειστά επαγγέλματα που απομυζούν το λαϊκό εισόδημα και τους ανύπαρκτους πια δημόσιους πόρους, δικαστήρια που δεν απονέμουν δικαιοσύνη κ.λπ.

Η κρίση οξύνει τις αντιθέσεις και ανασυνθέτει τα αντιπαρατιθέμενα στρατόπεδα στο επίπεδο της κοινωνίας και της πολιτικής. Απ’ αυτήν την άποψη είναι βάσιμο να ισχυριστεί κανείς ότι ζούμε τις ακραίες εκδοχές των πολιτικών και κοινωνικών συμπεριφορών που παγιώθηκαν στη μακρά διάρκεια της μεταπολίτευσης. 
Η εικόνα της διελκυστίνδας μεταξύ λαϊκίστικου αμυντισμού και μεταρρυθμιστικής σωφροσύνης νομίζω ότι αποτυπώνει την ουσία του διακυβεύματος της συγκυρίας. Αυτή η διχοτομία διαπερνά ολόκληρο το πολιτικό φάσμα, εκτός της αριστεράς που εγκαταλείψαμε, η οποία μαζί με το ΚΚΕ και το γαλαξία του αντισυστημικού εξωκοινοβουλευτισμού ουσιαστικά διεκδικεί για τον εαυτό της την πιο αυθεντική εκπροσώπηση του λαϊκίστικου ρεύματος.
Το ερώτημα για το που κατατάσσεται η Δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί παρά να είναι εκ των πραγμάτων απαντημένο. 
Για μας, το δίλημμα με τις μεταρρυθμίσεις ή με το λαϊκισμό και τις δυνάμεις της χρεωκοπίας είτε αυτές εκφράζονται ως κινήματα διαμαρτυρίας, είτε ως πολιτική των κομμάτων, είτε στοιχειώνουν στην κυβερνητική πολιτική, ακυρώνοντας καθημερινά τις αναγκαίες τομές είναι απαγορευτικό. 
Δεν μπορεί καν να τίθεται, γιατί απλώς ισοδυναμεί με το οντολογικό δίλημμα υπάρχουμε ή δεν υπάρχουμε. 
Άλλωστε, για πολλούς από μας που έχουμε διανύσει ποικίλες διαδρομές στο δαιδαλώδη χάρτη της αριστερής ενδοχώρας και μάλλον παίζουμε το τελευταίο πολιτικό στοίχημα της ζωής μας, η επιλογή του στρατοπέδου των δομικών μεταρρυθμίσεων, η συμβολή στην ταχεία φυγή από το άγος της χρεωκοπίας και η ανασυγκρότηση της χώρας υπήρξαν τα μοναδικά κίνητρα για την πλαισίωση αυτού του νέου πολιτικού υποκειμένου.

Ωστόσο, στο σύντομο πολιτικό βίο της Δημοκρατικής Αριστεράς, στα πρώτα βήματα, στις θέσεις αλλά και τις αποφάσεις του συνεδρίου ο μετεωρισμός ανάμεσα στην υιοθέτηση μιας πολιτικής χρήσιμης δύναμης για τη χώρα και την κοινωνία από τη μια και στην ήπια αναπαραγωγή του γνωστού αταβιστικού αριστερού αρνητισμού με τα συνακόλουθα λαϊκίστικα συμφραζόμενα από την άλλη σφραγίζει την πολιτική και το εν γένει προφίλ του κόμματος. 

Η κατάσταση αυτή πολλές φορές αναπαρίσταται ως μία εσωκομματική σύγκρουση ανάμεσα σε δεξιούς και αριστερούς ή ακόμη χειρότερα σε φιλοκυβερνητικούς και αντικυβερνητικούς. 
Στο προγραμματικό επίπεδο είναι το απότοκο μιας αδυναμίας απαλλαγής από τα θεωρητικά κλισέ του παρελθόντος, στο πλαίσιο των οποίων η ελληνική κρίση γίνεται εν πολλοίς αντιληπτή ως μία παράπλευρη απώλεια της κρίσης του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και οι κοινωνικές της συνέπειες ερμηνεύονται ως ένα ακόμα περιστατικό της αιώνιας σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας. 
Στο πολιτικό επίπεδο εκφράζεται με την τάση ήπιας προσαρμογής στις προσδοκίες των παραδοσιακών αριστερών ακροατηρίων σε ζητήματα τρέχουσας πολιτικής και συμμαχιών. Ο τύπος αυτής της προσαρμογής αφήνει βεβαίως περιθώρια ανοιγμάτων έξω από τα όρια του συνήθους αριστερού δημόσιου λόγου, τα οποία όμως τις πιο πολλές φορές συρρικνώνονται ή κλείνουν στην επόμενη κίνηση. 
Στο ψυχολογικό επίπεδο παρωθείται από τα ενοχικά σύνδρομα μιας πιθανής απώλειας της αριστερής ψυχής μας.
Είναι χαρακτηριστική ως προς τα παραπάνω η στάση του κόμματος σε ζητήματα κεντρικής πολιτικής, όπως π.χ. η αναγωγή του μνημονίου σε αρνητικό ταμπού και η συνακόλουθη αμηχανία στις αναγκαίες τομές που συνεπάγεται η εφαρμογή του ή η αμηχανία απέναντι σε προκλητικά ζητήματα της επικαιρότητας, όπως π.χ. το άγος της βίας και της ανομίας του αυτόνομου κρατιδίου της Κερατέας. 
Ακόμα και σε χώρους που διαθέτουμε ισχυρή επιρροή και η παρουσία μας θα μπορούσε να είναι καταλυτική ως προς την προώθηση μιας επιθετικής μεταρρυθμιστικής προοπτικής, όπως π.χ. τα πανεπιστήμια, διστάζουμε και τελικά επιλέγουμε μάχες οπισθοφυλακών που ούτε λίγο ούτε πολύ δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να υπερασπίζουν τα ερείπια του υπάρχοντος. 
Μοιάζουμε μ’ άλλα λόγια πολλές φορές σαν να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να απολογούμαστε στο φάντασμα του Λαφαζάνη που παραμονεύει στη γωνία για να καταγγείλει τις δεξιές παρεκκλίσεις και την ενσωμάτωση μας στο σύστημα. 
Ή ακόμη χειρότερα να αναπαράγουμε με κόσμιο και μετριοπαθή τρόπο τη συντεχνιακή ή την τοπικιστική βουλγκάτα και κάποιες φορές στα δύσκολα να σουτάρουμε και στην εξέδρα.

Το αποτέλεσμα αυτής της ταλάντευσης από την άποψη της παραγωγής πολιτικής σ’ αρκετές περιπτώσεις τείνει στο μηδέν. 
Θολώνει τη δημόσια εικόνα του κόμματος, προκαλεί σύγχυση στην κοινή γνώμη ως προς τη φυσιογνωμία και τις προθέσεις του, μας στριμώχνει μέσα στο γκρίζο κάδρο του πολιτικού συστήματος. 
Τα αρνητικά δημοσκοπικά ευρήματα νομίζω ότι αποτελούν ηχηρό σήμα κινδύνου. 
Είναι ανάγκη, όχι μόνο για την επιβίωσή μας αλλά κυρίως για τη ουσιαστική συμβολή μας στη σωτηρία της χώρας, η Δημοκρατική Αριστερά να απελευθερωθεί από αυτό το παραλυτικό σύνδρομο. 
Να διατυπώσει το δικό της εναλλακτικό αφήγημα για την έξοδο από την κρίση στο όνομα της σωτηρίας της χώρας και της προστασίας της κοινωνίας, στη γραμμή ενός επιθετικού μεταρρυθμισμού. 
Μ’ άλλα λόγια να λειτουργήσει ως καταλύτης στις επικείμενες σεισμικές δονήσεις της πολιτικής. 
Στη βάση αυτή είναι αναγκαίο τώρα να επεξεργαστεί και να προβάλει μια πολιτική συμμαχιών που θα απευθύνεται σε υπαρκτές πολιτικές δυνάμεις. Απ’ αυτές βεβαίως δεν είναι δυνατόν να εξαιρεθεί το ΠΑΣΟΚ ή όποια τέλος πάντων εκδοχή της πληθυντικότητάς του μπορεί να συμπεριληφθεί στο μεγάλο μεταρρυθμιστικό σχέδιο. 
Το επιτυχημένα παραδείγματα Καμίνη και Μπουτάρη μπορούν ν’ αποτελέσουν οδηγό των σχετικών επιλογών.
Στο πλαίσιο αυτό υπάρχουν κοινωνικά ακροατήρια έτοιμα ν’ ακούσουν αυτό το λόγο και να στηρίξουν αυτήν την πολιτική και μάλιστα σήμερα είναι πολύ πιο διευρυμένα από τα παραδοσιακά αριστερά ακροατήρια που αφήσαμε πίσω μας εγκαταλείποντας το Συνασπισμό.



*από το ιστολόγιο Μη μαδάς τη μαργαρίτα

Η Δημοκρατική Αριστερά για πρώτη φορά πάνω από τους οικολόγους πράσινους και τη Δημοκρατική συμμαχία μπαίνει στη βουλή


Εξακομματική Βουλή με είσοδο της ΔΗΜΑΡ (3.1%)
ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 23/04/2011
Χαμηλά ποσοστά για τα δύο μεγάλα κόμματα και απογοήτευση για την ικανότητα του πολιτικού συστήματος να βγάλει τη χώρα από τη οικονομική κρίση αποτυπώνει δημοσκόπηση της εταιρείας Alco για λογαριασμό της εφημερίδας Πρώτο Θέμα(23/04/11). Οι ερωτηθέντες αποδοκιμάζουν στην πλειοψηφία τους τόσο τις αποκρατικοποιήσεις όσο και τα μέτρα για τον «οδικό χάρτη» 2012-2015.

Στην πρόθεση ψήφου, το κυβερνών κόμμα φέρεται να συγκεντρώνει 21,5% της προτίμησης των ψηφοφόρων, ενώ το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης 19,4%. Και τα δύο κόμματα, δηλαδή, συγκεντρώνουν ποσοστό που ελάχιστα υπερβαίνει το 40%. Πρώτο κόμμα παραμένει η λεγόμενη «αδιευκρίνιστη ψήφος» (αποχή, άκυρο, λευκό) που ξεπερνά το 35%. Στην πρόθεση ψήφου, τρίτο κόμμα αναδεικνύεται το ΚΚΕ (8,5%), και ακολουθούν το ΛΑΟΣ (5,7%), ο ΣΥΡΙΖΑ (3,2%), η Δημοκρατική Αριστερά (2,3%), οι Οικολόγοι Πράσινοι (2%) και ηΔημοκρατική Συμμαχία (1,7%). Τα υπόλοιπα κόμματα συγκεντρώνουν ποσοστό 4,1%.

Με την αναγωγή επί των «εγκύρων» ψήφων το ΠΑΣΟΚ 28,1%, η ΝΔ 26,1%, το ΚΚΕ 11.4%, ο ΛΑΟΣ 7,7%, ο ΣΥΡΙΖΑ 4,3% και η ΔΗΜΑΡ 3,1%

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

(Ποιος είναι) ο Αριστερός δάσκαλος


ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ, 22 ΑΠΡΙΛΊΟΥ 2011

(Ποιος είναι) ο Αριστερός δάσκαλος



Για τις μέρες των γιορτών, ένα κείμενο του φίλου μου, δάσκαλου και αυτού της Φυσικής, από τα Τρίκαλα, Βασίλη Παππά. Ο δάσκαλος που περιγράφει ο Βασίλης είναι ο Αριστερός μιας άλλης εποχής, της ηρωικής. Είναι αυτός που οραματιστήκαμε όταν ξεκινούσαμε την περιπλάνηση γύρω στα 1980. Το είδος υπάρχει ακόμα, η φυσική επιλογή ευτυχώς δεν το εξαφάνισε. Υπάρχει και δείχνει καθημερινά τα δόντια του στο σύστημα της εξαθλίωσης. Θυμίζει ότι υπάρχουν πραγματικοί μαχόμενοι αριστεροί, ακόμα. ( Leo)

ο Αριστερός δάσκαλος
του Βασίλη Παππά

Πολύς λόγος γίνεται σήμερα για την εκπαίδευση. Οι αλλαγές που επιβάλλει το μνημόνιο, η αγορά εργασίας, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, οι συγχωνεύσεις σχολείων, η αξιολόγηση. Το υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων (βεβαίως – βεβαίως) ως οδοστρωτήρας φέρει νομοσχέδια με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «πρώτα ο μαθητής» ανακαλύπτοντας τα «παιδαγωγικά κριτήρια» ως άλλοθι των πολιτικών του επιλογών. Στην αντίπερα όχθη, οι συνδικαλιστές και οι κατά τόπους ΕΛΜΕ με «ηρωικές» είναι αλήθεια κραυγές προσπαθούν να συνεπάρουν τα πλήθη για την προετοιμασία της επίθεσης κατάληψης των θερινών ανακτόρων. Κάποιος τρίτος, επισκέπτης αυτής της έρημης χώρας, διαβάζοντας τις πολεμικές ανακοινώσεις του συνδικάτου θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι τώρα από στιγμή σε στιγμή ξεκινά η μεγάλη αντεπίθεση του επαναστατικού εκπαιδευτικού προτσές με τους  εκπαιδευτικούς «ανθρώπους από μάρμαρο» που θα παρασύρουν στο διάβα τους τις επιλογές του ΔΝΤ. Κάπου ανάμεσα οι εκπαιδευτικοί. ΄Ολοι εμείς.  

Πολλοί απογοητευμένοι, άλλοι πολλοί επίσης διακατεχόμενοι από το σύνδρομο “burnt out” καμένοι, χωρίς κάτι να τους συνεπαίρνει στην αίθουσα διδασκαλίας, προσδοκώντας τη σύνταξη με τις λιγότερες απώλειες. ΄Αλλοι προσπαθούν να μετακυλήσουν τις εισοδηματικές τους απώλειες με εργασία απογευματινή ως γυρολόγοι από σπίτι σε σπίτι διαλαλώντας «εδώ το καλό μάθημα». Λιγότεροι περιμένουν κάθε φορά την προσταγή ή παρότρυνση του συνδικάτου να ξεδιπλώσουν τις σημαίες στις πορείες και στους δρόμους, αλλά χωρίς τους συντρόφους, οικοδόμους, φοιτητές ως συνεπείς αγωνιστές μαζί με τους εφοριακούς των παχυλών αμοιβών, των συνδικαλοδιευθυντών των δέκο με τα επιδόματα κάτω από το τραπέζι, των διαφόρων   απίθανων μελών της ελληνικής μεταπρατικής αστικής τάξης.

Και κάποιοι λιγότεροι είναι αλήθεια προσπαθούν να χαράξουν έναν άλλο δρόμο. Δεν συμμετέχουν σε επιτροπές, δεν βρίσκονται στα όργανα διοίκησης, δεν είναι «συνδικαλιστές» που προσδοκούν μέσα από την παράταξη να γίνουν διευθυντές, στελέχη της εκπαίδευσης σύμβουλοι και μανδαρίνοι του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων (βεβαίως βεβαίως).Συναντώνται με κάποιους, ακόμη λιγότερους, αστούς εκπαιδευτικούς που έχουν απόθεμα γνώσεων και υπηρετούν το όραμα μιας αστικής παιδείας ή με ακόμη λιγότερους πραγματικούς χριστιανούς εκπαιδευτικούς που οραματίζονται μια νέα καλύτερη χριστιανική κοινωνία όπως ο παπάς του Καζαντζάκη  στο «Χριστός ξανασταυρώνεται».

Τούτοι οι εκπαιδευτικοί χρησιμοποιώντας τη διαλεκτική ως εργαλείο και όχι ως θέσφατο κοιτάνε την κοινωνία κατάματα και ακολουθούν έναν δύσκολο και επικίνδυνο μοναχικό δρόμο.
 Θα μιλήσουν στους μαθητές τους για τον μύθο του «κρυφού σχολειού» που η μυθοπλασία της απούσας από τους αγώνες μεταπρατικής αστικής τάξης το αναδείκνυε ως κυρίαρχο συστατικό της ελληνικής επανάστασης. 
Θα διδάξουν τους μαθητές τους τον Επιτάφιο του Περικλέους εξηγώντας γιατί την ιστορία την γράφουν πάντοτε οι νικητές και γιατί παρόλο που τα κεφάλαια του ελληνικού εμφυλίου υπάρχουν στο αναλυτικό πρόγραμμα δεν διδάσκονται γιατί είναι «στο τέλος». 
Θα διδάξουν τη φυσική γενικής παιδείας στη τρίτη λυκείου με άλλο πνεύμα (αφού δεν την παρακολουθεί κανείς) και θα προσεγγίσουν τη ραδιενέργεια παρουσιάζοντας τα ατυχήματα στο Τσερνόμπιλ και τη Φουκουσίμα όχι ως ατυχή γεγονότα αλλά ως συνειδητή επιλογή των πολυεθνικών εταιρειών ανά τον κόσμο καταδεικνύοντας τις πολιτικές επιλογές της επιστήμης (την οποία πολλοί την παρουσιάζουν ως ουδέτερη), που ανήθικα και ανέντιμα στο βωμό του κέρδους αφήνει στις επόμενες γενεές τα πυρηνικά της απόβλητα. 
Θα εξηγήσουν στο τελευταίο κεφάλαιο της βιολογίας (πάλι δεν φθάνουμε ως εκεί!) την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου και ας δυσαρεστήσουν κάποιους γονείς στο όνομα της εξ αποκαλύψεως αλήθειας. 
Θα δώσουν την επιστημονική προσέγγιση για την εξάπλωση του ιού του AIDS ώστε ο αυριανός ενημερωμένος πολίτης να είναι σε θέση να γνωρίζει, ( η Ελλάδα κατέχει πανευρωπαϊκά άλλη μια πρωτιά την εξάπλωση του ιού σε ετερόφυλα άτομα ηλικίας 25 – 40 ετών). 
Χωρίς το άγχος «να βγει η ύλη» στις μικρότερες τάξεις θα εισάγει τους μαθητές στην πειραματική διαδικασία των φυσικών επιστημών μήπως και προσεγγίσουν με άλλο τρόπο τον Γαλιλαίο, τον Φαρανταίυ, τον Λαβουαζιέ κά. 
Θα εισάγει τους μαθητές στις βασικές αρχές της κοινωνιολογίας αποκαλύπτοντας τη σκέψη των Βέμπερ, Χέγκελ, Μάρξ και άλλων κοινωνικών φιλοσόφων ώστε ο αυριανός πολίτης με κριτικό πνεύμα να διερευνά και να επιλέγει. 
Τέλος, θα συμμετέχει σε δραστηριότητες και εκδρομές που διευρύνουν το κριτικό πνεύμα των μαθητών πέραν των διαφόρων «πολιτιστικών» βραδινών χώρων, ψυχαγωγώντας  και όχι διασκεδάζοντας.

Και το σπουδαιότερο. Ανάλογα με το ακροατήριο που θα έχει κάθε ημέρα απέναντί του θα προσπαθεί με τη χρήση κατάλληλων παιδαγωγικών εργαλείων να διδάξει τους μαθητές το γνωστικό αντικείμενο που κατέχει εκπαιδεύοντάς τους με μια ελάχιστη δόση «εξαναγκασμού». Οι περί πολλών τυρβάζοντες θα ξορκίσουν το τελευταίο ως αντιδραστικό  έγκλημα καθοσιώσεως αλλά μια μικρή κατάδυση στο έργο του Αντόνιο Γκράμσι θα εκπλήξει: « …ο σχηματισμός της προσωπικότητας του ατόμου δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται με τρόπο καθαρά αυθόρμητο και απόλυτα ελεύθερο, αλλά μόνο μέσα από μια ορισμένη γραμμή που επιβάλλεται, μέσα δηλαδή από μια πειθαρχία και από μια μορφή εξαναγκασμού», (F.Lombardi, Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις του Α. Γκράμσι).
Αν τούτοι οι εκπαιδευτικοί ήταν πολλοί, ας είμαστε σίγουροι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα ως φορέας και αυτό στο βαθμό που του αναλογεί της κυρίαρχης ιδεολογίας, θα αισθανόταν το έδαφος να σείεται κάτω από τα πόδια του. 
Τώρα είναι ασφαλές με τις απλές αγωνιστικές παρελάσεις των συνδικάτων. 
Τότε η αμφισβήτηση  της κυρίαρχης ταξικής ιδεολογίας θα ήταν προ των πυλών και τότε οι ένορκες διοικητικές εξετάσεις θα διαδέχοταν η μία την άλλη. 

Δεν θέλουμε ήρωες, αλλά απλούς, καθημερινούς, μορφωμένους δασκάλους στο αντικείμενο και με ουμανιστική παιδεία εκπαιδευτικούς οι οποίοι με εργαλείο τη διαλεκτική προσέγγιση στην παιδαγωγική και εκπαιδευτική διαδικασία θα προσπαθούν να αλλάξουν την τάξη, τους μαθητές τους, τον εαυτό τους, την κοινωνία. Τότε το σχολείο, το δημόσιο σχολείο, θα είναι απαραίτητο στην ελληνική κοινωνία, οπότε η πλατεία θα είναι γεμάτη από οικοδόμους, εργάτες, φοιτητές. 
                                                                       
Βασίλης Παππάς
εκπαιδευτικός- Τρίκαλα

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

πλαστική σακούλα

Ενιαία αγορά εργασίας


Thursday, April 21, 2011

Ενιαία αγορά εργασίας

Του Μάνου Ματσαγγάνη
Αναγέννηση του δημόσιου χώρου

Πώς είναι η Ελλάδα που ονειρεύομαι; Με δάση χωρίς καμμένα και χωρίς αυθαίρετα. Εξοχές χωρίς σκουπίδια. Παιδικές χαρές χωρίς βανδαλισμένα παγκάκια και grafitti. Πλατείες χωρίς τραπεζοκαθίσματα. Εστιατόρια και μπαρ με λιγότερο τσιγάρο (είναι θέμα σεβασμού). Γειτονιές με λιγότερο θόρυβο (είναι θέμα σεβασμού). Πεζοδρόμια - και πεζόδρομους - χωρίς παρκαρισμένα και χωρίς μοτοσυκλέτες (είναι θέμα σεβασμού). Πόλεις με λιγότερα αυτοκίνητα, κέντρο της πόλης χωρίς αυτοκίνητα. Κοντινές μετακινήσεις με το μετρό, με το ποδήλατο - και με τα πόδια. Πιο μακρινά ταξίδια με το τραίνο. Επειδή: «Αν χάσουμε το σιδηρόδρομο δεν θα χάσουμε μόνο ένα πολύτιμο περουσιακό στοιχείο, που θα μας κοστίσει πολύ ακριβότερα να αντικαταστήσουμε ή να αποκαταστήσουμε. Θα είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι έχουμε ξεχάσει πώς να ζούμε συλλογικά.» (Tony Judt)
Εξυγίανση του κράτους
Οι «δημόσιοι λειτουργοί» που αξίζουν να ονομάζονται έτσι είναι αστυνόμοι που ενδιαφέρονται για τη δίωξη του εγκλήματος και την προστασία των φιλήσυχων πολιτών (δηλ. δεν πουλάνε εκ του ασφαλούς νταηλίκι σε πιτσιρικάδες, δεν συναλλάσσονται με τα κυκλώματα της νύχτας, δεν βαριούνται γενικώς να ασχοληθούν). Υπάλληλοι υπηρεσιών που εξυπηρετούν με ευσυνειδησία. Γιατροί, νοσηλευτές, δάσκαλοι και καθηγητές που κάνουν τη δουλειά τους με εντιμότητα, και όσο καλύτερα μπορούν. Γνωρίζοντας προκαταβολικά ότι η ανταμοιβή τους δεν θα είναι παρά ένας καλός μισθός, η εκτίμηση των συναδέλφων τους, και η ευγνωμοσύνη όσων πέρασαν από τα χέρια τους. (Κάποιοι από αυτούς υπάρχουν ήδη: τους έχουμε γνωρίσει. Πρέπει επειγόντως να πληθύνουν.) Επίσης: προϊστάμενοι και διευθυντές που με τη στάση τους δίνουν ένα παράδειγμα επαγγελματισμού και ακεραιότητας. Και φυσικά: πολιτικοί που συνδέουν τη φιλοδοξία τους (θεμιτό: αν δεν ήταν φιλόδοξοι θα έκαναν άλλη δουλειά) με το δημόσιο συμφέρον (όπως το αντιλαμβάνονται οι ίδιοι).
Ανασύσταση των δημόσιων αγαθών
Η Ελλάδα (παρά τον βλακώδη αντιαμερικανισμό) είναι η πιο Αμερικανική χώρα της Ευρώπης. Πουθενά αλλού δεν θεωρείται τόσο φυσιολογικό τόσοι πολλοί να τρέχουν σε ιδιώτες γιατρούς, να γεννούν σε ιδιωτικά μαιευτήρια, να στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο, να αθλούνται σε ιδιωτικά γυμναστήρια κτλ. κτλ. Θα πρέπει τα δημόσια αγαθά – το είδος, η ποιότητα και η διαθεσιμότητά τους - να ξαναβρεθούν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Όχι ως πρόσχημα για τα σκανδαλώδη προνόμια των λίγων που ζουν από αυτά. Αλλά ως περιεχόμενο της καθημερινότητας όλων μας, ως πολιτών ενός κράτους που θέλει να λέγεται προηγμένο. Ακόμη και όσοι ανήκουν στις εύπορες μεσαίες τάξεις καλά θα έκαναν να ενδιαφερθούν ξανά για τα δημόσια αγαθά: μπορεί κάποτε να τα χρειαστούν.
Αποκατάσταση της φορολογίας
Μέχρι τώρα δεν έχει επινοηθεί κάποιο ικανοποιητικό υποκατάστατο ενός κράτους που λειτουργεί σωστά. Όσο και αν έχουν βαλθεί να μας πείσουν για το αντίθετο οι οπαδοί του ελαχίστου κράτους – με τη βοήθεια των συντεχνιών του Δημοσίου. Δεν εννοώ ότι η φορολογία είναι αναγκαίο κακό. Εννοώ ότι είναι αναγκαίο καλό: βρίσκεται στον πυρήνα της δημοκρατίας. Οι πολίτες – εφόσον φυσικά πληρώνουν κανονικά τους φόρους τους - έχουν δικαίωμα (ή μάλλον υποχρέωση) να απαιτούν δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών, διαφάνεια στις δημόσιες δαπάνες, καταπολέμηση της σπατάλης στα δημόσια έργα. Εξ άλλου: «Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη που πληρώνουμε για να είμαστε μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας.» (Franklin D. Roosevelt)
Απαξίωση της φοροδιαφυγής
Χρειαζόμαστε ένα θεσμικό περιβάλλον (δηλ. αξίες και συμπεριφορές, όχι μόνο νόμους) που να απαξιώνει την φοροδιαφυγή. Όχι απλώς να την απαγορεύει και να την τιμωρεί. Θα πρέπει όσοι επιδίδονται σε αυτήν να ντρέπονται να κυττάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη, να φοβούνται μήπως το μάθουν τα παιδιά τους και οι φίλοι τους, να τρέμουν την αποδοκιμασία των συναδέλφων τους. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουν ότι εάν συλληφθούν δεν θα μπορούν να υπολογίζουν στη συνενοχή των υπαλλήλων της Εφορίας, ούτε στη μεσολάβηση κάποιου πολιτικού, ούτε στην επιείκεια των δικαστηρίων.
Υγιής επιχειρηματικότητα
Η αθλιότητα του δημόσιου τομέα συχνά βρίσκει το ταίρι της σε εκείνη του ιδιωτικού. Υπάρχουν εξαιρέσεις – το γνωρίζω, αλλά δεν αξίζει να αντιδικούμε για το εάν αυτές είναι περισσότερες και λαμπρότερες εδώ ή εκεί. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι ότι πάρα πολλές επιχειρήσεις καταφέρνουν να είναι βιώσιμες μόνο στο βαθμό που παραβιάζουν κατά συρροήν τη νομοθεσία: φορολογική, περιβαλλοντική, ασφαλιστική, εργατική - και ποιος ξέρει ποια άλλη. Κακά τα ψέμματα: μέχρι πρόσφατα, ο ταχύτερος τρόπος για να βγάλει ένας επιχειρηματίας χρήματα στην Ελλάδα ήταν να αξιοποιήσει κάποια καλή γνωριμία ώστε να εξασφαλίσει κάποια επιδότηση ή κάποιο καλό συμβόλαιο με το Δημόσιο. Η «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής» ως νόρμα. Τώρα που το Δημόσιο δεν διαθέτει πια χρήματα για μοίρασμα, θα χρειαστούμε μιαν άλλου τύπου επιχειρηματικότητα. Και για να την αποκτήσουμε δεν αρκεί η απλοποίηση της νομοθεσίας, ούτε η σταθεροποίηση του φορολογικού περιβάλλοντος, ούτε η εξυγίανση της φορολογικής διοίκησης. Θα πρέπει επίσης να επικρατήσει μια υγιέστερη κουλτούρα μεταξύ των επιχειρηματιών, καθώς και ανάμεσα σε όσους τους δίνουν τον τόνο για το τι είναι νόμιμο, τι ηθικό – και τι σε τελευταία ανάλυση μεσοπρόθεσμα αποδοτικό. Οι δικαιολογίες τελείωσαν, για όλους.
Ενιαία αγορά εργασίας
Μια επιτυχής ρύθμιση της αγοράς εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αντιδρούν δυναμικά στις εξωτερικές συνθήκες (π.χ. στον όγκο των παραγγελιών για τα προϊόντα που παράγουν) όταν αυτές μεταβάλλονται. Θα πρέπει όμως επίσης να επιτρέπει στους εργαζόμενους να ζουν κανονικές και αξιοπρεπείς ζωές. Η ευελιξία και η ασφάλεια είναι τα κύρια συστατικά όλων των αγορών εργασίας. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι στο ένα κομμάτι της αγοράς εργασίας (σε Δημόσιο και ΔΕΚΟ) είναι συγκεντρωμένη όλη η ασφάλεια χωρίς καθόλου ευελιξία – ενώ στο άλλο (στις μυριάδες επιχειρήσεις όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα των μισθωτών) είναι συγκεντρωμένη όλη η ευελιξία χωρίς καθόλου ασφάλεια. Για να γίνει η αγορά εργασίας ενιαία και χωρίς στεγανά, θα πρέπει να την ξαναρυθμίσουμε. Χρειαζόμαστε περισσότερη ευελιξία, εκεί όπου σήμερα δεν υπάρχει. Και κυρίως, χρειαζόμαστε περισσότερη ασφάλεια (νομική, κοινωνική, συνδικαλιστική), εκεί όπου αυτή απουσιάζει. Αυτό δεν γίνεται μόνο με νόμους: χρειάζεται να αλλάξει η ατζέντα της πολιτικής απασχόλησης του κράτους, των εργοδοτικών οργανώσεων, των συνδικάτων.
Συνδικάτα «νέου τύπου»
Τα τελευταία χρόνια τα συνδικάτα μας αντιστάθηκαν πεισματικά σε κάθε απαραίτητη μεταρρύθμιση. Υπερασπίστηκαν τα πιο σκανδαλώδη προνόμια. Αδιαφόρησαν για το δημόσιο συμφέρον. Με δυο λόγια, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να χρεωκοπήσουμε. Ό,τι και αν συμβεί από εδώ και στο εξής, για αυτή τους την αφροσύνη είναι καταδικασμένα να πληρώσουν βαρύ τίμημα. Η ιδέα του συνδικαλισμού έχει πλέον απαξιωθεί: μεταξύ των απλών πολιτών, και ανάμεσα στους ίδιους τους εργαζόμενους. Οι οποίοι δεν αισθάνονται ότι τους αφορά η λυσσαλέα μάχη για να μην περικοπεί το επίδομα έγκαιρης προσέλευσης, ο 18ος μισθός στα ΕΛΠΕ, η σύνταξη στα 48 στη ΔΕΗ. Και όμως: για μια πολιτισμένη χώρα η υπεράσπιση των εργαζομένων από την εργοδοτική αυθαιρεσία εξακολουθεί να είναι ζωτικό θέμα - υπερβολικά ζωτικό για να το αφήσουμε σε αυτά τα συνδικάτα. Πώς βγαίνουμε από ένα τέτοιο αδιέξοδο; Δύσκολα. Εκτός εάν τα ίδια τα συνδικάτα αποφασίσουν να αλλάξουν. Εκτός εάν ενδιαφερθούν για τα προβλήματα όσων δουλεύουν με μπλοκάκι, όσων πληρώνονται κάτω από τον κατώτατο μισθό, όσων υπογράφουν για 4 ώρες αλλά δουλεύουν 8. Με άλλα λόγια: εκτός εάν τα συνδικάτα μας αποφασίσουν να ενδιαφερθούν για όλους εκείνους που τα έχουν περισσότερη ανάγκη. Εάν το κάνουν, θα ωφελήσουν πρώτα από όλα τον ίδιο τους τον εαυτό. Και ταυτόχρονα θα προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες σε όσους από εμάς θέλουν να ζουν σε μια λιγότερο άδικη και λιγότερο άνιση κοινωνία.
Ανοιχτή κοινωνία
Είναι λίγο παράξενο να είναι κανείς νέος στην Ελλάδα του σήμερα. Οι σπουδές ενδιαφέρουν κυρίως ως «χαρτί». Τα καλύτερα παιδιά πάνε για μεταπτυχιακά «έξω», και μένουν εκεί. Δουλειές καλές δεν πολυ-υπάρχουν. Οι ουρές στους διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ ατελείωτες. Μέχρι να έλθει η πολυπόθητη «επαγγελματική αποκατάσταση», καφέ και μπαρ γεμάτα: ας είναι καλά ο μπαμπάς και το χαρτζηλίκι του. Το ξέραμε ότι οι νέοι μας μένουν στο πατρικό τους περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Δεν φαίνεται όμως να έχουμε συνειδητοποιήσει ότι τα τελευταία 20-30 χρόνια το φαινόμενο αυτό αντί να περιορίζεται συνεχώς διογκώνεται. Η Ελλάδα έχει γίνει μια μπλοκαρισμένη κοινωνία. Αυτό - εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον ως χώρα - θα πρέπει να αλλάξει. Και φυσικά δεν θα αλλάξει με 60χρονους πολιτικούς που μιμούνται τους 16χρονους, ή τους αποθεώνουν όταν σπάζουν βιτρίνες. Χρειάζεται να σκεφτούμε από την αρχή την οργάνωση της κοινωνίας μας: την παιδεία, την κοινωνική προστασία, την αγορά εργασίας. Όχι για να χαϊδέψουμε τους νέους μας (αυτό το έχουν κάνει ήδη οι μαμάδες τους). Αλλά για να τους δώσουμε ευκαιρίες ώστε να αναλάβουν οι ίδιοι πρωτοβουλίες για τη δική τους ζωή.
Ανανεωμένη πολιτική
Ποτέ έως τώρα δεν ήταν τόσο βαθειά η κρίση της πολιτικής, και τόσο χαμηλό το κύρος των πολιτικών. Εν πολλοίς δικαίως. Εν μέρει όμως αδίκως: σε μια δημοκρατία έχουμε τους πολιτικούς που αξίζουμε – και εμάς μας άξιζαν αυτοί. Σήμερα καταφέρονται εναντίον των πολιτικών ακόμη και όσοι μέχρι χθες πίεζαν για διορισμούς, χαριστικές διατάξεις, νομιμοποίηση αυθαιρέτων, ρυθμίσεις χρεών. Ή όσοι ακόμη και σήμερα, καθημερινά, στις δικές τους δουλειές, κλέβουν την Εφορία, απαιτούν φακελλάκι, πληρώνουν για να αγοράσουν τα θέματα του International Baccalaureate: ευυπόληπτα μέλη της κοινωνίας μας μέχρι ενός. Ότι οι πολιτικοί μας αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων είναι προφανές. Όμως, έξω από αυτό το πολιτικό σύστημα σωτηρία δεν υπάρχει (τουλάχιστον για όσους από εμάς δεν ονειρεύονται εθνοσωτήρες). Κάποιοι πολιτικοί θα αποσυρθούν – και δεν θα τους νοσταλγήσουμε. Κάποιοι άλλοι θα τους διαδεχθούν. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι πιο έντιμοι, με πιο φρέσκιες ιδέες, με μεγαλύτερη όρεξη για δουλειά. Ας φροντίσουμε όλοι για αυτό – στην ανάγκη, αναλαμβάνοντας οι ίδιοι πολιτικές πρωτοβουλίες ή ακόμη και ευθύνες. Το έχω δοκιμάσει προσωπικά: ακόμη και όταν δεν έχει μεγάλο αποτέλεσμα (συνήθως δεν έχει), είναι πάντοτε ψυχοθεραπευτικό. Σας το συνιστώ.
*Ο Μάνος Ματσαγγάνης διδάσκει κοινωνική πολιτική στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννήθηκε στη Γερμανία (παιδί μεταναστών) το 1963. Σπούδασε στην ΑΣΟΕΕ (1981-86), καθώς και – με υποτροφία του ΙΚΥ - στα Πανεπιστήμια του York (1987-88) και του Bristol (1988-1992). Εργάστηκε ως ερευνητής στη London School of Economics (1990-93), ως διδάσκων επί συμβάσει στα Πανεπιστήμια Κρήτης (1996-99) και Θεσσαλίας (1999-2001), και ως Ειδικός Σύμβουλος του Πρωθυπουργού (1997-2001). Η πολιτική του δραστηριότητα εκδηλώνεται ερασιτεχνικά και κατά διαστήματα: υπήρξε διαδοχικά μέλος του Ρήγα Φεραίου (1981-87, την τελευταία διετία ως μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου), μέλος της ιδρυτικής Πολιτικής Επιτροπής της Ελληνικής Αριστεράς (1987), πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων της Ιταλικής Σχολής Αθηνών (2002-05), μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Συλλόγου Διδασκόντων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (2007-09), μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων ΔΕΠ (2007-10). Από πέρυσι το καλοκαίρι συμμετέχει στη Δημοκρατική Αριστερά, με το μοναδικό τρόπο που έχει μάθει να κάνει τέτοια πράγματα: χωρίς καμμία αυταπάτη, αλλά με πολλές ελπίδες. Κανείς δεν είναι τέλειος.

Πηγή: www.protagon.gr