Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Πολιτική οικονομία του ενιαίου φόρου ακινήτων και το χαράτσι Του Γιώργου Ιωαννίδη

Πολιτική οικονομία του ενιαίου φόρου ακινήτων και το χαράτσι

Εκτύπωση σελίδας
Αποθήκευση σελίδας
Αποστολή με e-mail
Προσθήκη στο αρχείο
Μέγεθος κειμένου
Του Γιώργου Ιωαννίδη
Εάν θυμηθούμε προς στιγμή τους τίτλους των εφημερίδων και των δελτίων ειδήσεων πριν από δύο μήνες σε σχέση με την φορολογία ακινήτων και τους συγκρίνουμε με τους σημερινούς δεν μπορούμε παρά να διαπιστώσουμε μια εντυπωσιακή μεταστροφή. Τότε, σύμφωνα με αρκετές αναλύσεις ο ενιαίος φόρος ακίνητης περιουσίας θα έδινε τη χαριστική βολή στα μικρομεσαία νοικοκυριά δημεύοντας ουσιαστικά την περιουσία τους. Σήμερα, το πρόβλημα είναι άλλο, αφορά την αδυναμία του Υπουργείου Οικονομικών να σχεδιάσει τον ενιαίο φόρο κάτι το οποίο συνεπάγεται την επέκταση του δυσβάστακτου χαρατσιού και το 2013. Τι συμβαίνει;

Η πρώτη σκέψη πολλών είναι πως ακίνητη περιουσία που δεν αποδίδει εισόδημα δεν πρέπει να φορολογείται. Εάν όμως φορολογούνταν μόνο εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία που αποδίδουν εισόδημα, δεν θα έπρεπε να φορολογούμε τις ιδιωτικές πισίνες, τα ιδιωτικά κότερα ή τα ιδιωτικά τζετ διότι ούτε αυτά προσκομίζουν εισόδημα στον ιδιοκτήτη τους. Με άλλα λόγια, ο φόρος ακίνητης περιουσίας δεν είναι φόρος επί του εισοδήματος αλλά φόρος επί του συσσωρευμένου πλούτου, ακριβώς όπως είναι και οι φόροι επί των πισίνων και των ιδιωτικών αεροπλάνων. Και μολονότι υπάρχουν αρκετοί που θα υποστήριζαν ότι δεν πρέπει να φορολογούνται για τις πισίνες τους, οι υπόλοιποι πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι άλλο πράγμα να συζητάμε για το αναγκαίο αφορολόγητο όριο ακίνητης περιουσίας και άλλο πράγμα να απορρίπτουμε την φορολόγησή της επί της αρχής.

Από τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών γνωρίζουμε ότι η συνολική αξία της εντός σχεδίου πόλης ακίνητης περιουσίας των φυσικών προσώπων είναι 520 δισ. ευρώ (τιμές 2009), των επιχειρήσεων είναι περίπου 250 δισ. ευρώ και η αξία των αγροτεμαχίων που –παραδόξως(;)– δεν έχουν καταγραφεί εκτιμάται μεταξύ 300 και 500 δισ. ευρώ. Συνεπώς, το σύνολο της αξίας της ακίνητης περιουσίας διαμορφώνεται κοντά στο ένα τρισεκατομμύριο ευρώ (1.200 δισ.) εξαιρούμενων των δημόσιων εκτάσεων. Το ενδιαφέρον είναι ότι σε πείσμα της γενικής εντύπωσης, αυτή η περιουσία δεν είναι και τόσο πολύ-διεσπαρμένη (πίνακας 1). Σε ό,τι αφορά τα φυσικά πρόσωπα, το 74% των ιδιοκτητών κατέχει το 31% της συνολικής αξίας και ενώ το πλουσιότερο 2% των ιδιοκτητών (περιουσία άνω των 500.000 ευρώ) κατέχει το 20% της συνολικής αξίας. Δεν έχουμε λόγο να υποθέσουμε ότι η υπόλοιπη περιουσία κατανέμεται διαφορετικά.
Πίνακας 1
Κατανομή της εντός σχεδίου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων
Κλίμακα περιουσίας (σε ευρώ)
Φορολογούμενοι
Συνολική Φορολογητέα Αξία
άτομα
%
ευρώ
%
0,1 - 100.000,0
4.155.846
74%
161.655.495.575
31%
100.000,1 - 200.000,0
885.932
16%
122.865.659.324
24%
200.000,1 - 500.000,0
447.427
8%
132.361.420.824
26%
500.000,1 +
113.065
2%
102.477.868.338
20%
Σύνολο
5.602.270
100%
519.360.444.059
100%
Πηγή: Υπουργείο Οικονομικών
Επίσης έχει συχνά υποστηριχθεί ότι η φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας έχει πολλαπλασιαστεί κατά τα τελευταία χρόνια, δεδομένου ότι τα σχετικά έσοδα από περίπου 400 εκατομμύρια ευρώ που ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000 αυξήθηκαν σε περίπου 3 δισ. από το 2010 και μετά. Το επιχείρημα αν και ορθό στο μαθηματικό του σκέλος προσπερνά το γεγονός ότι η ακίνητη περιουσία στην χώρα μας υπό-φορολογούταν επί σειρά ετών. Από αυτή την υπο-φορολόγηση δεν ευνοήθηκαν όλοι το ίδιο.

Για παράδειγμα, το 2008 –δηλαδή πριν την κρίση– οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι δήλωσαν εισοδήματα 74 δισ. ευρώ εκ των οποίων τα 6 δισ. αποδόθηκαν ως φόρος εισοδήματος. Την ίδια χρονιά η ακίνητη περιουσία συνολικού ύψους περίπου 1.200 δισ. ευρώ απέδωσε φόρους μόλις 0,4 δισ. Με άλλα λόγια, ετήσια έσοδα 300 ή 400 εκατομμυρίων δεν είναι το αποτέλεσμα μιας έστω στρεβλής κοινωνικής πολιτικής αλλά η άμεση συνέπεια της φοροαπαλλαγής των πλουσιότερων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας η οποία έγινε στο όνομα των φτωχότερων! Βίλες στη Μύκονο δεν πλήρωναν φόρο διότι σε μια γωνιά του οικοπέδου είχε χτιστεί ένα εκκλησάκι το οποίο είχε δηλωθεί ως χώρος «δημόσιας λατρείας»∙ οι αγροτικές γαίες δεν φορολογούταν ούτε καταγράφηκαν ποτέ επιτρέποντας σε εικονικούς αγρότες να δηλώνουν χωρίς συνέπειες ότι είναι ιδιοκτήτες 45.000 (επίσης εικονικών) στρεμμάτων και να στήνουν κομπίνες με την επιστροφή του ΦΠΑ∙ η ακίνητη μοναστηριακή και εκκλησιαστική περιουσία εξαιρούνταν στο σύνολό της από τη φορολογία∙ ιδιοκτήτες ολόκληρων οικοδομικών συγκροτημάτων πλήρωναν ψίχουλα ως φόρο για την ιδιοκτησία τους. Εν τέλει, η διαχρονική υποφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας μολονότι προβλήθηκε ως μέτρο κοινωνικής πολιτικής, επί της ουσίας ευνόησε τους μεγαλό-ιδιοκτήτες γης οι οποίοι συγκεντρώνουν το και μεγαλύτερο μέρος της αξίας της.

Επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν πρέπει να φορολογηθεί η ακίνητη περιουσία, αλλά το πώς πρέπει να φορολογηθεί. Οι προηγούμενες κυβερνήσεις επέλεξαν σπασμωδικά να αντλήσουν τα αναγκαία 2,9 δισ. ευρώ όχι από το σύνολο της ακίνητης περιουσίας (δηλαδή από 1.200 δισ.) αλλά από τα ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα (αξίας περίπου 450 δισ). Για αυτό, το ΕΕΤΗΔΕ, εκτός από τον κοινωνικά ανάλγητο χαρακτήρα, που του αποδίδει η απειλή διακοπής του ρεύματος, συνιστά έναν ακραία άδικο φόρο: δεν περιλαμβάνει αφορολόγητο όριο, επιβάλλεται αδιαφοροποίητα επί ανέργων και μη, έχει μικρή προοδευτικότητα γιατί δεν αθροίζει την αξία της ακίνητης περιουσίας, και κυρίως, εξαιρεί τεράστιες εκτάσεις/αξίες ακίνητης περιουσίας.

Βάσει των παραπάνω, η αντικατάσταση του ΕΕΤΗΔΕ με έναν φόρο επί του συνόλου της ακίνητης περιουσίας επιβάλλεται κατ’ αρχήν για λόγους φορολογικής ισότητας. Κατά δεύτερο λόγο, επιβάλλεται από την ανάγκη να ελαφρυνθεί η πλειονότητα των φορολογούμενων που διαθέτει σχετικά μικρή ακίνητη περιουσία. Για παράδειγμα, όπως φαίνεται στον πίνακα 2, σύμφωνα με τις επεξεργασίες της διακομματικής επιτροπής που συστάθηκε για να σχεδιάζει το νέο νόμο, μία οικία 100 τ.μ. στα Λιόσια με τον ενιαίο φόρο ακίνητης περιουσίας θα πληρώσει φόρο 20 ευρώ έναντι 460 ευρώ που πληρώνει σήμερα με το ΕΕΤΗΔΕ (αρκεί βέβαια να μην διπλασιαστούν οι φορολογικοί συντελεστές). Αντίθετα, σημαντικά περισσότερα θα κληθούν να πληρώσουν οι κάτοχοι ακίνητης περιουσίας άνω των 2 εκατομμυρίων ευρώ οι οποίοι επιβαρύνονται με περίπου διπλάσιους φόρους σε σχέση με το σήμερα. Εν τέλει, με τον ενιαίο φόρο ακίνητης περιουσίας η συντριπτική πλειονότητα των νοικοκυριών θα κληθεί να πληρώσει πολύ λιγότερα. Η ελάφρυνση αυτή χρηματοδοτείται κυρίως (α) από την ένταξη όλης της ακίνητης περιουσίας –δηλαδή και οικόπεδα και μη ηλεκτροδοτούμενα ακίνητα– στην φορολογητέα ύλη, (β) από την ένταξη των αγροτεμαχίων στην φορολογητέα ύλη, (γ) από την κατάργηση ορισμένων παρανοϊκών φοροαπαλλαγών για την μεγάλη ακίνητη περιουσία και, (δ) από την δίκαιη φορολόγηση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας (δεν φορολογούνται οι ναοί αλλά τα εμπορικά χρησιμοποιούμενα ακίνητα και οι γαίες).
Πίνακας 2
Φορολογική επιβάρυνση διαμερίσματος 10 ετών & επιφάνειας 100 τ.μ. βάσει του ΕΕΤΗΔΕ & του Ενιαίου Φόρου Ακίνητης Περιουσίας
μέση τιμή ζώνης (€/τ.μ.)
Περιοχή
Αντικειμενική αξία
ΕΕΤΗΔΕ
Ενιαίος Φόρος Ακίνητης Περιουσίας
Διαφορά
σε €
%
700
Λιόσια
70.000
460
20
-440
-96%
900
Ίλιον
90.000
460
40
-420
-91%
1.100
Περιστέρι
110.000
575
70
-505
-88%
1.150
Αχαρνές
115.000
575
80
-495
-86%
1.300
Γαλάτσι, Καισαριανή, Καλλιθέα
130.000
575
110
-465
-81%
1.400
Μοσχάτο, Νέα Ιωνία
140.000
575
130
-445
-77%
1.500
Αμπελόκηποι, Χαλάνδρι
150.000
575
150
-425
-74%
1.750
Νέα Σμύρνη
175.000
690
200
-490
-71%
1.800
Δ. Αθηναίων
180.000
690
210
-480
-70%
1900
Ηράκλειο
190.000
690
230
-460
-67%
2.050
Αγία Παρασκευή
205.000
920
450
-470
-51%
2.350
Γλυφάδα, Κηφισιά
235.000
920
370
-550
-60%
Τέλος, η αντικατάσταση του ΕΕΤΗΔΕ από έναν ενιαίο φόρο επιβάλλεται και για λόγους δημοσιονομικής αποτελεσματικότητας. Η αντισυνταγματικότητα διακοπής του ρεύματος στο ενδεχόμενο μη απόδοσης του ΕΕΤΗΔΕ ακυρώνει την αποτελεσματικότητα του φόρου διότι αίρει τον κύριο λόγο πειθαναγκασμού προς την πληρωμή του. Από την επόμενη χρονιά τα νοικοκυριά μπορούν να μην αποδώσουν το ΕΕΤΗΔΕ και να το χρωστάνε. Αυτό όμως δεν βοηθά την κυβέρνηση η οποία έχει ανάγκη από έσοδα όχι από οφειλές.

Σε τελική ανάλυση, η οικονομική πολιτική μολονότι υπόκειται στις –όχι και τόσο σταθερές– «νομοτέλειες» της οικονομικής επιστήμης δεν παύει να παραμένει πολιτική. Δηλαδή, ένα σύνολο υπαρκτών επιλογών σχετικά με τον τρόπο που κατανέμεται π.χ. το φορολογικό βάρος. Ο ενιαίος φόρος ακίνητης περιουσίας και το χαράτσι αποτελούν καλό παράδειγμα. Εάν δούμε το πράγμα λίγο ψύχραιμα δεν είναι δύσκολο να δούμε ποιοι ευνοούνται από κάθε τρόπο φορολόγησης. Ιδιοκτήτες υψηλής αξίας ακίνητης περιουσίας, μεγαλοκτηματίες και κατασκευαστικές επιχειρήσεις ή άτομα που έχουν αποθεματοποίησει ακίνητα (δηλαδή τα διατηρούν αδρανή περιμένοντας καλύτερες μέρες) θα κληθούν να πληρώσουν σημαντικά περισσότερο φόρο, όχι όμως υψηλότερο από αυτό που θα έπρεπε να πληρώνουν εδώ και χρόνια. Αντίθετα, οι ιδιοκτήτες μικρής ακίνητης περιουσίας (έως 200.000 ευρώ)  που αποτελούν το 90% του πληθυσμού και άνεργοι θα πληρώσουν αισθητά μικρότερο φόρο. Είναι γεγονός ότι όλοι οι παραπάνω λένε «δεν έχω». Είναι γεγονός, ότι ένας ιδιοκτήτης βίλας στο Ψυχικό ίσως να μην μπορεί να πουλήσει εύκολα το ακίνητο του ακόμα και εάν το επιθυμεί. Δεν αμφιβάλω ότι το ίδιο ισχύει και για κάποιον που έχει μια ανοίκιαστη πολυκατοικία (ακόμα και αυτά ακούστηκαν στην επιτροπή!)∙ ότι μπορεί και αυτός να μην έχει. Όλα αυτά ισχύουν. Ωστόσο δεν μετράνε το ίδιο όλα τα «δεν έχω» και ο ρόλος της πολιτικής είναι να τα ιεραρχήσει. Τι θα μετρήσει περισσότερο, το «δεν έχω» του άνεργου και του 90% του πληθυσμού με ακίνητη περιουσία έως 200.000 ευρώ ή το δεν έχω του υπόλοιπου 10%;

* Ο κ. Γιώργος Ιωάννιδης είναι οικονομολόγος (PhD), επιστημονικός συντονιστής του Τομέα Οικονομικής και Κοινωνικής Πολίτικης της ΔΗΜΑΡ και τεχνικός εμπειρογνώμονας στη διακομματική επιτροπή που επεξεργάζεται τον ενιαίο φόρο ακίνητης περιουσίας.



Πηγή:www.capital.gr