Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Η Αριστερά της συντήρησης Του Γιώργου Σιακαντάρη


Η Αριστερά της συντήρησης

Ο ΣΥΡΙΖΑ δήθεν ζητεί να «αλλάξουν όλα» για να μην αλλάξει τίποτα

Του Γιώργου Σιακαντάρη

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012
Θα ήταν μεγάλο λάθος αν η μεγάλη εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ ερμηνευόταν ως κάποια αριστερή στροφή της ελληνικής κοινωνίας. Συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, υπάρχει στροφή της κοινωνίας προς τον συντηρητισμό. Το ελληνικό παράδοξο βρίσκεται στο γεγονός πως αυτή η στροφή προς συντηρητικές επιλογές συνοδεύεται από εκλογικές συμπεριφορές που ευνοούν την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά - βεβαίως να μην ξεχνούμε πως ευνοούν και την άνοδο των ακροδεξιών δυνάμεων.
Οι πολίτες που ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ, στον ίδιο βαθμό με τους πολίτες που ψηφίζουν άλλα κόμματα, εκφράζουν πρωτίστως την εμπιστοσύνη τους σε θεσμούς όπως ο Στρατός, η Εκκλησία και η Αστυνομία (βλέπε έρευνα της Κάπα Research που δημοσιεύθηκε στο «Βήμα της Κυριακής» 11 Νοεμβρίου). Στα τάρταρα της εμπιστοσύνης των πολιτών βρίσκονται τα κόμματα. Εντυπωσιακό  είναι επίσης το γεγονός πως σε μια δήθεν αριστερών προσανατολισμών κοινωνία το 94,2% των πολιτών δηλώνει πως δεν εμπιστεύεται τον δημόσιο τομέα, ενώ μόνο το 3% εμπιστεύεται τα συνδικάτα.
Εχουμε λοιπόν εδώ το φαινόμενο να ενισχύεται η Αριστερά και να καταρρέουν οι ιδέες της; Τίποτα τέτοιο δεν συμβαίνει. Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς εκμεταλλεύεται την πολιτική, ιδεολογική και προγραμματική ανεπάρκεια του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ να προτείνουν ένα άλλο, διαφορετικό μοντέλο παραγωγής, που θα  σέβεται τις αρχές του δημοσίου συμφέροντος και παράλληλα θα είναι ανοικτό και ευνοϊκό προς τις αρχές του επιχειρείν.
Οι πολίτες που στρέφονται προς τον ΣΥΡΙΖΑ αποστρέφονται το Δημόσιο, όχι όμως και τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση του. Αποστρέφονται το Δημόσιο επειδή πλέον δεν μπορούν να το χρησιμοποιούν προς ίδιον όφελος, όπως το έκαναν, όταν οι ίδιοι πριν στρατεύονταν στα δύο πρώην μεγάλα κόμματα, στη ΝΔ και κυρίως στο ΠΑΣΟΚ. Αν ο ρόλος της Αριστεράς είναι παιδευτικός και χρήσιμος για την αλλαγή παραδοσιακών συμπεριφορών που βολεύονται με την παγίωση μηχανισμών και καταστάσεων, τότε ο ΣΥΡΙΖΑ καθόλου δεν εκπροσωπεί μια τέτοια Αριστερά. Εκπροσωπεί μια Αριστερά που δήθεν ζητεί να «αλλάξουν όλα» για να μην αλλάξει, στην ουσία, τίποτα. Αυτός όλο και περισσότερο εκφράζει τα παρασιτικά και συνάμα προνομιούχα στρώματα του δημόσιου τομέα, δηλώνοντας διά της βουλευτού του Ρένας Δούρου πως «είμαστε όλοι δημόσιοι υπάλληλοι». Με αυτό τον τρόπο γελοιοποιείται  η παλιά ρήση της Ανανεωτικής Αριστεράς, η οποία θέλοντας να εκφράσει τη συμπαράστασή της στα θύματα του σοβιετικού ολοκληρωτισμού φώναζε πως «είμαστε όλοι Τσεχοσλοβάκοι ή Πολωνοί».   

Η ΔΗΜΑΡ δεν πρέπει να παρασυρθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ και να προασπίζει οτιδήποτε προέρχεται από το Δημόσιο. Ούτε όμως το ΠΑΣΟΚ πρέπει να περάσει από την άκριτη υποστήριξη για οτιδήποτε προέρχεται από το Δημόσιο στην άρνηση της αναγκαιότητας ύπαρξης ενός ισχυρού, λειτουργικού δημόσιου τομέα στους τομείς της Υγείας, της Παιδείας, της ατομικής ασφάλειας και των δημόσιων συγκοινωνιών.
Αυτά τα δύο κόμματα καλούνται να υποστηρίξουν μια αναδιανομή πόρων από το κράτος βιομήχανο των ΔΕΚΟ προς το κράτος παροχής υπηρεσιών. Διαφορετικά θα αφήσουν την «υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος» στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός όμως, και με την πρόσφατη λαϊκιστική υπεράσπιση αιτημάτων των υπαλλήλων της Βουλής, έδειξε πάρα πολύ καθαρά  πώς αντιλαμβάνεται αυτό το συμφέρον, όπως ακριβώς το ΠΑΣΟΚ στις χειρότερες στιγμές του, όταν αντιτάχθηκε στη μεταρρύθμιση Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό.
Σε αυτή τη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας αξίζει να αντιπαρατεθεί μια «σιωπηλή πλειοψηφία», που εκτός της παραμονής στην ευρωζώνη θα προτείνει και μια αποτελεσματική διακυβέρνηση για την αλλαγή του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου. Αυτό βεβαίως προϋποθέτει τη συμμετοχή ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ σε νευραλγικά υπουργεία με αναπτυξιακό χαρακτήρα και με τα καλύτερα - όχι κατ' ανάγκην τα πιο προβεβλημένα - στελέχη τους.

Πάντως, σύμφωνα με μια άλλη έρευνα της Public Issue (Νοέμβριος 2012) σχετικά με τις ιδεολογικές τάσεις του εκλογικού σώματος, το 15% των πολιτών δηλώνουν σοσιαλδημοκράτες, το 14% σοσιαλιστές και το 12% αυτοχαρακτηρίζονται ως φιλελεύθεροι. Αυτό ανοίγει ένα λαμπρό πεδίο δόξης για τους σοσιαλδημοκράτες και τους φιλελεύθερους. Οι μεν πρώτοι από κοινού με τους ανανεωτικούς αριστερούς να στήσουν τον δικό τους σοσιαλδημοκρατικό χώρο, εμβολιασμένο με φιλελεύθερες ιδέες, και οι δεύτεροι να συγκροτήσουν το δικό τους φιλελεύθερο κόμμα, εμβολιασμένο με σοσιαλδημοκρατικές ιδέες. Από εκεί και πέρα οι κυβερνήσεις συνεργασίας των δύο χώρων στη βάση της αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου είναι ευκταίες.  
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, επιστημονικός διευθυντής του ΙΣΤΑΜΕ